Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

IDA


Η Ida του Πάβελ Παβλικόφσκι είναι η ταινία της χρονιάς, από τώρα· σφραγίζει την ευρωπαϊκή ευαισθησία όπως την σφράγισε πέρυσι η Grande Belezza του Πάολο Σορεντίνο. Πρόκειται για ταινίες-σπουδές, που μιλούν για την ψυχή των λαών και των ανθρώπων, για την αξεδιάλυτη συνύφανση του ατομικού με το συλλογικό, για το βάρος της μνήμης και της ιστορίας, για την Ευρώπη των νεκρών και των φαντασμάτων.

Στην πολωνική ταινία πρωταγωνιστούν δύο γυναίκες, δύο γενιές, δύο κόσμοι. Η νεαρή δόκιμη μοναχή Αννα, και η ώριμη δικαστίνα Βάντα. Η Αννα είναι η Εβραία Ιντα, ορφανό πολέμου που μεγάλωσε σε μοναστήρι Καθολικών. Η θεία της, αδελφή της μητέρας της, είναι η κομμουνίστρια Κόκκινη Βάντα, πρώην εισαγγελέας, αλκοολική. Η μία πιστεύει, η άλλη όχι. Οι διαφορές σταματούν εδώ. Οι ομοιότητες είναι βαθύτερες: δεν έχουν ρίζες, δεν έχουν οικογένεια, οι ζωές τους ξετυλίγονται πάνω στην έλλειψη, την απουσία, τα θαμμένα μυστικά, τη λήθη. Την παραμονή της κουράς της μοναχής, οι δύο γυναίκες θα ανταμώσουν για πρώτη φορά και θα ξεκινήσουν το μοναδικό κοινό τους ταξίδι, σε αναζήτηση του κοινού τους παρελθόντος. Αναζητούν τους νεκρούς τους, γονείς και παιδιά, τα οστά των δολοφονημένων και χαμένων του Ολοκαυτώματος.

Ολη η ταινία είναι η κάθοδος στον Αδη με τη μορφή ενός road movie στην άχρονη πολωνική ύπαιθρο· σε έναν κάμπο που συμπυκνώνει κάτω από την ακινησία του τον καθολικισμό, τον εβραϊσμό, τη γενοκτονία, τον πόλεμο, τον υπαρκτό σοσιαλισμό, και πάνω απ’ όλα τον ανελέητο, διαρκή αγώνα των ανθρώπων για επιβίωση. Η περιπλάνηση των δύο γυναικών μοιάζει εξωτερικά με τις υπαρξιακές περιπλανήσεις ταινιών του Βέντερς ή του Αντονιόνι, αλλά εδώ το δράμα δεν περιέχει καμία διαφυγή από τη μοίρα, ούτε καν σύγκρουση, το δράμα αντηχεί περισσότερο τις ηθικές και μεταφυσικές δονήσεις του Μπέργκμαν και του Ταρκόφσκι, του Κισλόφσκι και του Ζανούσι.

Στο τέλος του δρόμου υπάρχει πάλι κενό, συν την πικρή επίνοια του ταξιδιού.

Ο Παβλικόφσκι μιλώντας για το υπαρξιακό κενό στη Μεσευρώπη του ’60, κατορθώνει να μιλήσει βαθιά και σπαρακτικά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα· μάλλον για τη βαριά κληρονομιά του Ευρωπαίου ανθρώπου της νεωτερικότητας, κληρονομιά φρίκης και αναμέτρησης με τα όρια.

Η Ευρώπη της Ida είναι στοιχειωμένη από κρυμμένα οστά, ανεύρετους τάφους, πεισματική αμνησία, ηθική απογύμνωση. Ο αγρότης-φονιάς κουλουριάζεται μες στον φρεσκοσκαμμένο λάκκο, ο θύτης είναι το ίδιο τελειωμένος όσο και τα θύματα. Εχει χαθεί η ιερότητα της ζωής, η ζωή σαν θαύμα.

Η Ιντα ρωτάει τον κούκλο σαξοφωνίστα τι μπορούν να κάνουν μαζί, αφού παίξουν Kολτρέιν σε συναυλίες, αφού παντρευτούν και κάνουν παιδιά. Απλώς, θα ζήσουμε, λέει ο Λις. Η Ιντα, αφιερωμένη του Χριστού, έμπειρη πλέον του θανάτου και της φρίκης, σηκώνεται από το κρεβάτι του παρθενικού έρωτα, φοράει το ράσο της δόκιμης και ακολουθεί την σκολιά οδό. Η κάμερα για πρώτη φορά κινείται σωματικά, και για πρώτη φορά η μουσική που ακούει ο θεατής δεν είναι η μουσική που ακούν οι ήρωες.

Ο Παβλικόφσκι κατορθώνει μια κινηματογραφική αφήγηση λάμπουσα, άρτια, προσωπική, συγκινούσα, χωρίς φορμαλιστική εκζήτηση, αλλά και χωρίς παραχωρήσεις στο τηλεοπτικό γούστο. Τα κάδρα του είναι γεωμετρημένα έτσι ώστε να υπηρετούν ψυχικά πυκνώματα και κενά, να αναδεικνύουν τα πρόσωπα ενώπιον της μοίρας τους· το ασπρόμαυρο είναι στιλπνό και πλούσιο, καταγραφικό και αφαιρετικό μαζί· η φόρμα, παρότι τολμηρή, υπηρετεί και αναδεικνύει, δεν επιδεικνύεται.

Ο Παβλικόφσκι πετυχαίνει μια ευτυχή κράση φόρμας και περιεχομένου, επειδή έχει κάτι να πει· για τη ζωή, τις ζωές των ανθρώπων, για τον πυρήνα της ύπαρξης, εκεί που συμφύρονται η ελπίδα, η αφέλεια, η απάθεια, η ερήμωση. Αν πρέπει να περιγράψουμε με μια λέξη την τέχνη του, θα ήταν: οικονομία. Τίποτε δεν λείπει, τίποτε δεν περισσεύει.

Η Ida –όπως και η Grande Belezza, αλλιώς– είναι αφήγηση για το μεταίχμιο της Ευρώπης, και είναι συναναστροφή με τους νεκρούς. Είναι αποδοχή της πολυπλοκότητας και του χάους, χωρίς κρίσεις και διδάγματα. Οι ζωντανοί συναντούν τις ψυχές των απόντων, αγγίζονται, κι ύστερα αποτραβιούνται. Η Βάντα, άδεια, πικρή, επιλέγει το κενό· η Ιντα δακρύζει, λοξοδρομεί, ωριμάζει σε 82 φιλμικά λεπτά, επιλέγει τον όρκο της αναχώρησης.
http://www.kathimerini.gr/790895/opinion/epikairothta/politikh/oi-zwntanoi-synantoyn-tis-yyxes-twn-apontwn
Έντυπηhttp://www.kathimerini.gr/790895/opinion/epikairothta/politikh/oi-zwntanoi-synantoyn-tis-yyxes-twn-apontwn

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Λόρενς για πάντα


Ξαβιέ Ντολάν: «Μπορώ να αλλάξω τον κόσμο»
Ο 23χρονος καναδός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός, μιλάει για την ταινία «Λόρενς για πάντα» και για την ανάγκη των ανθρώπων να κάνουν ακριβώς αυτό που θέλουν
Ένας φιλόλογος με μια φαινομενικά κανονική ζωή, ένας άνθρωπος πoυ είναι ερωτευμένος με την κοπέλα του και πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του, μια μέρα αποφασίζει ότι πρέπει να κάνει αυτό που θέλει. Και αυτό που θέλει είναι να ντύνεται με γυναικεία ρούχα. Μπορεί να το κάνει; Και ποιες είναι οι συνέπειες της επιθυμίας του; Ο σκηνοθέτης Ξαβιέ Ντολάν, ένας άνθρωπος που γνωρίζει την τέχνη της πρόκλησης, είναι υπεύθυνος για την ιστορία της ταινίας «Λόρενς για πάντα». Και είναι εκνευρισμένος.
Ο Ντολάν κάθεται μπροστά μου με βλέμμα επιθετικό, σνομπ, αλλά και με πολλή αυτοπεποίθηση. Το Φεστιβάλ των Καννών, στο οποίο συναντηθήκαμε, άφησε το «Λόρενς για πάντα» εκτός διαγωνιστικού προγράμματος. Συζητήθηκε, όμως, όπως οι περισσότερες δουλειές του. Ο εκνευρισμός του δεν κρύβεται. «Το “Λόρενς για πάντα” είναι ένας φόρος τιμής στην περίοδο της ζωής μου, όταν, προτού γίνω σκηνοθέτης, έπρεπε να γίνω άνδρας» λέει για την τρίτη ταινία του ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός, ή αλλιώς το παιδί-θαύμα της καναδικής σόουμπιζ, που γεννήθηκε το 1989 και καθιερώθηκε ως σκηνοθέτης στα 19 του με την ημιαυτοβιογραφική ταινία του «Σκότωσα τη μητέρα μου».
Γιατί τοποθετήσατε την ιστορία του «Λόρενς για πάντα» στα τέλη της δεκαετίας του 1980; «Γιατί με ενδιαφέρει η κοινωνική διάσταση εκείνης της εποχής, το γεγονός ότι ο Λόρενς, ο ήρωάς μου, νιώθει ότι τα πράγματα αλλάζουν, το Τείχος του Βερολίνου έχει πέσει, ο κόσμος σκέφτεται περισσότερο, άρα και εκείνος αποφασίζει να μιλήσει με ειλικρίνεια για τον εαυτό του και τη σεξουαλικότητά του. Φυσικά, όλα ήταν πλασματικά και αυτό τον προσγειώνει απότομα στην πραγματικότητα».
Δημιουργήσατε θέμα στις Κάννες επειδή η ταινία σας δεν επιλέχθηκε για το επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα. Μα αυτός είναι ο σκοπός ενός καλλιτέχνη; Να γυρίσει μια ταινία που θα συμμετέχει στον διαγωνισμό των Καννών; «Ασφαλώς και όχι, αλλά κάθε σκηνοθέτης έχει όνειρα. Και αν ένας σκηνοθέτης δεν ονειρεύεται το Φεστιβάλ των Καννών, δεν ονειρεύεται τον Χρυσό Φοίνικα, είναι για μένα ένας σκηνοθέτης χωρίς φιλοδοξία. Η φιλοδοξία είναι μέρος της προσέγγισής μου. Επομένως, δεν κάνω μια ταινία για τις Κάννες, αλλά ναι, κάνω μια ταινία για την οποία ονειρεύομαι και φιλοδοξώ να είμαι εντός συναγωνισμού στις Κάννες και στα 23 μου να είμαι ο νεαρότερος σε ηλικία σκηνοθέτης που έχει πετύχει αυτό το κατόρθωμα. Δεν υπάρχει όνειρο που δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα».
Ήσασταν ανέκαθεν τόσο φιλόδοξος; « Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Ως παιδί ονειροβατούσα, ένιωθα ότι θέλω να κάνω πράγματα που θα αλλάξουν τον κόσμο. Και έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή σου που πραγματικά πιστεύεις στην πιθανότητα ότι μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, γιατί στην πραγματικότητα όταν αλλάζεις τον κόσμο αλλάζεις κάθε άτομο ξεχωριστά. Όταν γύρισα την ταινία “Σκότωσα τη μητέρα μου”, ήρθε και με βρήκε μια μάνα που μου είπε ότι μέσω αυτής της ταινίας ξαναμίλησε με τον γιο της με τον οποίο δεν είχαν επαφή επί χρόνια εξαιτίας της ομοφυλοφιλίας του. Όταν το ακούς αυτό για κάτι που έχεις κάνει εσύ, κάτι σου συμβαίνει. Όσο βοήθησα εκείνη τη μάνα, άλλο τόσο με βοήθησε και εκείνη».
Τι συμβολίζει η κόκκινη καρφίτσα που φοράτε στο πέτο; «Είναι μια μορφή διαμαρτυρίας εναντίον ενός ειδικού νόμου που μόλις ψηφίστηκε στο Κεμπέκ για την καταπίεση του κοινωνικού κινήματος των σπουδαστικών ενώσεων, οι οποίες εδώ και μήνες διαμαρτύρονται για την αύξηση των διδάκτρων. Στις μέρες μας το κόστος της εκπαίδευσης στον Καναδά έχει φτάσει στο απροχώρητο. Η κυβέρνηση αποφάσισε εφέτος να αυξήσει τα δίδακτρα, παρ’ ότι επί σειρά ετών ήταν παγιωμένα σε ένα συγκεκριμένο ποσό. Πολλές οικογένειες από χαμηλά κοινωνικά στρώματα δεν αντέχουν να πληρώσουν, άρα η εκπαίδευση γίνεται απαγορευτική για τα παιδιά τους. Αυτό για μένα είναι αδικία».
Πού αποδίδετε το ότι το εκπαιδευτικό σύστημα του Καναδά περνάει τόσο μεγάλη κρίση; «Δεν θέλω να κάνω την κουβέντα μας πολιτική, αλλά βλέπω μια φασιστική στροφή, η οποία δεν είναι καθόλου συνηθισμένο φαινόμενο στον Καναδά. Παρόμοια φαινόμενα βεβαίως έχουν σημειωθεί σε όλον τον κόσμο. Μόλις χθες η καναδική κυβέρνηση έκρινε τη διαμαρτυρία των σπουδαστών απαγορευτική, επομένως κανονικά απαγορεύεται να φοράω την καρφίτσα. Η κυβέρνηση δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ τον όρο “καταπίεση”, αλλά αυτό ακριβώς είναι. Και καταπίεση για μένα σημαίνει φασισμός».
 Συγκρινόμενη με τη δεκαετία του 1990, κατά τη διάρκεια της οποίας ήσασταν παιδί, η κοινωνία του Καναδά στις μέρες μας είναι περισσότερο ή λιγότερο συντηρητική; «Πολλά σημεία του Καναδά, κυρίως το Μόντρεαλ, ήταν ανέκαθεν ανοιχτόμυαλα, όμως σίγουρα στη δεκαετία του ’90 η πληροφόρηση ήταν μικρότερη. Λιγότεροι γνώριζαν τι ακριβώς σημαίνει transsexuality και εδώ που τα λέμε για πολλούς ακόμη και σήμερα είναι μια έννοια που σοκάρει, όσο και αν θεωρούμε ότι έχουμε εξελιχθεί ως κοινωνία. Ενίοτε αναρωτιέμαι ποια ακριβώς είναι η περίφημη πρόοδος που έχουμε κάνει στα ζητήματα σεξουαλικότητας...».
http://www.tovima.gr/vimagazino/interviews/article/?aid=499196

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Να πω ότι δε ζηλεύω;


Αφιέρωμα στον Γούντι Άλλεν από το Ίδρυμα Κακογιάννη
Πενία τέχνας κατεργάζεται. Έτσι, στο βαρύ κλίμα της εποχής, το Κοινωφελές Ίδρυμα Κακογιάννη, καθιερώνει μία άτυπη Κινηματογραφική Λέσχη, με ελεύθερη είσοδο, κάθε Τετάρτη στις 9:30 το βράδυ.
Αρχής γενομένης από την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου, με ένα μικρό αφιέρωμα στον Γούντι Αλεν, σε κάποιες από τις κορυφαίες κωμωδίες του: «Ζητείται εγκέφαλος για ληστεία» (1969), «Μπανάνες» (1971), «Τα Πάντα Γύρω από το Σεξ» (1972), «Ο Υπναράς» (1973).
Επιπλέον, σπουδαστές του Ωδείου Φίλιππος Νάκας, στις 14 και 21 Δεκεμβρίου, δίνουν, μικρές τζάζ συναυλίες, προθερμαίνοντας το κοινό για την εισαγωγή του στον κόσμο των «κλασικών» ταινιών του Γούντι Άλεν.


Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Φεστιβάλ κινηματογράφου στη Σικελία

Γιατί οι μεγαλύτεροι σταρ του πλανήτη ταξιδεύουν κάθε καλοκαίρι στο αρχαίο Ταυρομένιον της Σικελίας, σε ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ που ελάχιστοι γνωρίζουν;


Η Ταορμίνα βρίσκεται στη Σικελία, κάμποσα χιλιόμετρα μακριά από το Παλέρμο και σχετικά κοντά στο ηφαίστειο της Αίτνας. Τόπος παραδεισένιος - την ομορφιά του τοπίου συναγωνίζεται μονάχα η νοστιμιά του φαγητού της.
Εύκολα λοιπόν ερωτεύεσαι τη μεσαιωνική αυτή πόλη (Ταυρομένιον την έλεγαν χιλιάδες χρόνια πριν), ιδανικό σικελιάνικο προορισμό και έδρα του Taormina FilmFest, ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ που κλείνει φέτος 57 χρόνια συνεχούς παρουσίας. Τα τελευταία χρόνια πολλοί είναι αυτοί που πέρασαν από τις αίθουσές του ως καλεσμένοι. Ανάμεσά τους οι Ρόμπερτ ντε Νίρο, Τομ Κρουζ, Αντόνιο Μπαντέρας, Κατρίν Ντενέβ, Μόνικα Μπελούτσι, Ολιβερ Στόουν, Μάικλ Ντάγκλας - και η «δική μας» Ειρήνη Παπά. Καλεσμένοι δηλαδή που αρκούν για να συντηρήσουν τον μύθο μιας μεγάλης και σημαντικής διοργάνωσης. Αλλά, είπαμε, το Taormina FilmFest είναι «μικρό». Δηλαδή, δεν διαθέτει πρόγραμμα 100 και πλέον ταινιών, δεν αριθμεί 45 παράλληλες θεματικές ενότητες, δεν διαθέτει 20 αίθουσες, δεν συγκεντρώνει και πολλά διεθνή φλας. Ισως όμως γι' αυτό οι γνωστοί προσκεκλημένοι του το προτιμούν. Η διοργάνωση, εξαιρετικά χαλαρή: οι προβολές δεν ξεπερνούν τις τέσσερις καθημερινά. Ανάμεσά τους όμως κρύβεται πάντα η χαρά της ανακάλυψης: η υπέροχη κωμωδία Primos βάζει κάτω όλες τις αμερικανικές παραγωγές του είδους που έχετε δει τα τελευταία 15 χρόνια - τουλάχιστον - και αν δεν ομιλούσε την Ισπανική θα αποτελούσε παγκόσμιο γκραν σουξέ.
Οι δε δημοσιογράφοι, με λίγο τρέξιμο και δίχως πολλά δημοσιοσχεσίτικα τερτίπια, μπορούν να κλείσουν συνεντεύξεις με σημαντικά ονόματα. Και τα βράδια να απολαύσουν μοναδικές προβολές στο αρχαίο ελληνικό θέατρο της πόλης: μια γιγαντοοθόνη υψώνεται στα σπλάχνα του Teatro Antico. Το θέατρο στέκει εδώ από τον 3ο π.Χ. αιώνα, χτισμένο από τον Ιέρωνα Β', αν και υπό τους Ρωμαίους επεκτάθηκε για τους αγώνες μονομαχίας της αρχαίας Ρώμης. Ενα μοναδικό κόσμημα, όπως και να έχει.
Εχει και τα προβλήματά του βεβαίως: κάθε βραδινή προβολή συνοδεύεται από τις αγορεύσεις πλήθους άγνωστων δημοσίων λειτουργών που ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις στη μητρική τους γλώσσα για τουλάχιστον μία ώρα (οπότε και ο συνετός θεατής φτάνει στο Teatro Antico μια ώρα μετά την αναγραφόμενη στο εισιτήριό του) ενώ δεν λείπουν και οι εγχώριες δυσάρεστες εκπλήξεις: το Parking Lot 3D (ναι, το «3D» είναι μέσα στον τίτλο), η πρώτη ιταλική τρισδιάστατη παραγωγή που παρουσιάστηκε με δόξες και τιμές που αντιστοιχούν στη «Σιωπή των αμνών» είναι ένα «θρίλερ» εντυπωσιακά κακογυρισμένο!
Τα καλά στοιχεία όμως υπερτερούν. Η Μόνικα Μπελούτσι απάντησε ακομπλεξάριστα στις... παράξενες ερωτήσεις των φοιτητών της Σικελίας σε ένα άνευ προηγουμένου master class, ο γάλλος σκηνοθέτης Πατρίς Λεκόντ, μέλος της κριτικής επιτροπής (και γνωστός στη χώρα μας από τον «Εραστή της κομμώτριας») πρόβαλε την τελευταία του, υπέροχη κομεντί με τον τίτλο «Voir La Mer», ο Τζακ Μπλακ (του Kung Fu Panda 2) τράβηξε τα φλας των φωτογράφων, ο Ολιβερ Στόουν παρουσίασε μία τετράωρη εκδοχή του Αλέξανδρου μίλια μακριά από την απογοητευτική αυθεντική βερσιόν και έδωσε και μια εξίσου απολαυστική συνέντευξη ενώ ο Κέβιν Σμιθ αποτέλεσε την έκπληξη της διοργάνωσης: η νέα του ταινία, «Red State», είναι - σχεδόν - αριστούργημα, ένα σφιχτοδεμένο και άκρως μηδενιστικό πολιτικό θρίλερ που σε πιάνει από τον γιακά και δεν σ' αφήνει μέχρι το τελευταίο καρέ. 
http://www.tanea.gr/politismos/article/?aid=4637536

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

"Τα αυτονόητα που φαντάζουν ακατόρθωτα"

«Απ’ τα κόκαλα βγαλμένες» οι νέες μας Οδύσσειες
Με όπλο το χιούμορ, ο Σωτήρης Γκορίτσας φωτίζει τη μαγκιά που δεν βλέπουμε
Του Δημήτρη Mπούρα
Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Σωτήρη Γκορίτσα, στο «Απ’ το χιόνι», 1993, που προσγείωσε το ελληνικό σινεμά σε μια ζώσα πραγματικότητα, τρεις «Αλβανοί» κατεβαίνουν από την Κακαβιά μέχρι το υπόγειο της Ομόνοιας ζώντας μια χίμαιρα αντί του ονείρου. Στο επιτυχημένο εισπρακτικά «Βαλκανιζατεr», 1997, δύο πολυμήχανοι Pωμιοί ανηφορίζουν προς Ελβετία, με ένα γαλάζιο Πεζό 404 του ’55 με τ’ όνειρο να κάνουν τη δραχμή πιο σκληρή και απ’ το δολάριο. Σήμερα, στο «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα», ένας νεαρός Κεφαλονίτης ορθοπεδικός, που αποφεύγει το φακελάκι όπως ο διάολος το λιβάνι (το υπαινίσσεται και η αφίσα της ταινίας), ζει μια οδύσσεια μέσα κι έξω από την εντατική ενός δημόσιου νοσοκομείου.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε ο Σωτήρης Γκορίτσας στην «Κ» μιλάει εκ βαθέων, απλά και καθημερινά, για μικρές και μεγάλες οδύσσειες, αλλά και για τα αυτονόητα που φαντάζουν ακατόρθωτα για τους απογόνους του Οδυσσέα.
– Το φιλμάκι σε σούπερ 8 στους τίτλους της αρχής, με εικόνες από την παιδική ηλικία του ήρωα, είναι σαν τριπ ενός ετοιμοθάνατου. Εχει και μιαν αλλόκοτη αίσθηση ονείρου.
– Είναι μια αίσθηση που την αποκτάς στα δημόσια νοσοκομεία. Αντιμέτωπος με εικόνες και καταστάσεις παράδοξες ή αντιφατικές, που συμβαίνουν σε απόσταση λίγων μέτρων η μία από την άλλη. Υπάρχει ένα στοιχείο μη κανονικότητας, που εδώ είναι πιο έντονο γιατί αναφέρομαι σε ορθοπεδική κλινική, όπου συνήθως αντιμετωπίζονται έκτακτα περιστατικά. Μπορεί να δεις ξαφνικά ένα τύπο με βατραχοπέδιλα. Εκανε μια βουτιά και χτύπησε... Αυτό από μόνο του είναι μια παλαβή εικόνα. Εμείς έπρεπε να ξανασυνθέσουμε την «παλαβομάρα» μέσα στην οποία ένας γιατρός προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του. Δεν ξέρω αν είναι ονειρικό, εμπεριέχει, όμως, κάτι σουρεαλιστικό.
– Στο «Βαλκανιζατέr», ένα r λατινικό στην κατάληξη υπαινίσσεται μια μεταλλαγμένη περιοχή στον ευρωπαϊκό χάρτη. Σήμερα, πάλι μια κατάληξη στον τίτλο της ταινίας είναι σαν να απορρυθμίζει την αρμονία του Eθνικού μας Yμνου. Στην απορρύθμιση συμβάλλει και η μουσική στους τίτλους του τέλους, το remix του Eθνικού Yμνου με το «Ι will survive».
– Το «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» αναφέρεται στα φακελάκια. Στο καπάκι, όμως, στο τέλος, υπάρχει κι αυτό το λογοπαίγνιο από τους Burger Project, που έγραψαν τη μουσική. Ο Eθνικός μας Yμνος «μεταλλάσσεται» σε «I will survive» για να ξανάρθει και πάλι στη γνώριμη μορφή του. Αυτή η εναλλαγή είναι σαν ένας διάλογος που υπαινίσσεται διαδοχικά το «αμύνεσθαι περί πάτρης» και το «αμύνεσθαι περί πάρτης». Αυτή η λογική διαπερνά τους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν ο Αργύρης Ξάφης και ο Δημήτρης Ημελος.
Με συμπάθεια
– Αντιμετωπίζετε άπαντες με συμπάθεια σε καιρούς που όλοι βάλλουν εναντίον όλων. Ως και το όνομα του νοσοκομείου είναι «Οι Αγιοι Πάντες».
– Θα άλλαζα επάγγελμα αν ήθελα να βγάζω αποφάσεις για το σωστό και το λάθος. Αν ήθελα να δικάσω, να καταδικάσω ή να αθωώσω... Αυτό το κάνουν πάρα πολλοί. Είναι και λίγο η κατάρα της εποχής μας, αλλά και της χώρας μας. Αντί να φωτίσουμε λίγο πιο βαθιά για να δούμε τι μας συμβαίνει, ο καθένας κρατάει από ένα σημαιάκι με το δίκιο του. Αν λοιπόν επεδίωκα κάτι τέτοιο, θα είχα γίνει παπάς, δικαστής ή συνδικαλιστής. Δουλειά της τέχνης είναι να φωτίζει αυτά που δεν βλέπουμε πίσω από το κακό ή το καλό.
– Διαβλέπετε κινδύνους κοινωνικού αυτοματισμού;
– Πριν από αυτόν υπάρχει κάτι άλλο. Κάτι που το κάνουμε πολύ συχνά εδώ στην Ελλάδα. Ζητάμε από τους πάντες να έχουν άποψη για τα πάντα. Ενας σκηνοθέτης, ας πούμε, πρέπει να ξέρει να πει για το Μνημόνιο, για τα Βαλκάνια, για τα Ιμια. Βλέπω στην τηλεόραση ανθρώπους που μέχρι χθες δεν ήξεραν τι θα πει ισοζύγιο πληρωμών ή Aκαθάριστο Eθνικό Προϊόν να μιλούν για το Μνημόνιο. Δεν καταλαβαίνω πώς, έτσι ελαφρά τη καρδία, επειδή είσαι τραγουδιστής με ωραία φωνή ή επειδή ζωγραφίζεις ωραία, μπορείς να μιλάς δημόσια για κάτι που επί της ουσίας είσαι άσχετος. Φυσικά και έχω άποψη ως πολίτης για ό,τι συμβαίνει γύρω μου. Δεν νομίζω, όμως, ότι η άποψή μου αποκτά ειδικό βάρος επειδή έτυχε να κάνω πέντε ταινίες.
– Και το χρέος του πνευματικού ανθρώπου να βγαίνει μπροστά;
– Με την τέχνη του. Εχω σπάσει το κεφάλι μου τα τελευταία τρία χρόνια για να μεταμορφώσω σε κινηματογράφο αυτά που έχω στο μυαλό μου. Τις ανησυχίες μου για την κοινωνία ή για τα δικά μου προβλήματα. Εάν δεν υπήρχαν οι ταινίες μου, δεν θα κάναμε αυτή τη συνέντευξη. Γι’ αυτήν την κατάσταση έχει μεγάλη ευθύνη η Aριστερά. Παλιά, βέβαια, υπήρχε καταπίεση και φόβος και είχε ένα νόημα οι καλλιτέχνες να βγαίνουν μπροστά.
Επιτυχία χωρίς κόπο
– Το έλλειμμα, για το οποίο ακούμε συνέχεια τον τελευταίο χρόνο, είναι μόνον οικονομικό;
– Οχι, έχει να κάνει και με τη νοοτροπία που κυριάρχησε. Επικράτησε οι άποψη ότι όλοι μας χρωστούν, ότι τα δανεικά είναι εισόδημα, ότι δεν υπάρχει λόγος για δουλειά και για παιδεία. Ολα είναι μια ιδεούλα και η επιτυχία έρχεται χωρίς κόπο. Δεν υπήρξαν ποτέ οι θεσμοί για να αμείβεται ο κόπος, η παιδεία, η φαντασία... Ο άξιος άνθρωπος, τέλος πάντων.
– Ισχύει το όλοι μαζί τα φάγαμε;
– Ισχύει ότι όποιος και να τα ’φαγε, εμείς τον εκλέξαμε. Κι εμείς οι ίδιοι, όπου μπορέσαμε, φάγαμε. Γι’ αυτήν τη «μαγκιά» μιλούν οι ταινίες μου. Για τις επιδοτήσεις που έγιναν Μερτσέντες (σ. σ. στο «Μπραζιλέρο»), για τη «μαγκιά» του Αθηναίου που θέλει να «πη... ξει» την επαρχιώτισσα επειδή είναι Αθηναίος (σ. σ. στη «Δέσποινα»)... Αισθάνομαι δικαιωμένος, όμως να την βράσω τέτοια δικαίωση. Πριν βγουν τα μίντια να πουν αυτό ή το άλλο, ας δουν πρώτα τι ακριβώς είναι τα ίδια.
– Η μετάθεση της ευθύνης είναι ένα σύνδρομο της εποχής;
– Είναι ένα εφηβικό σύνδρομο που το έχουμε από παλιά. Για όλα φταίει ο μπαμπάς. Είμαστε μια κοινωνία που γουστάρει να παραμένει τσογλανοπαρέα. Πάντα φταίει κάποιος άλλος. Να το λες αυτό όταν είσαι έφηβος είναι φυσιολογικό, όμως να το λες στα σαράντα...
– Η κρίση έφερε τον Ελληνα σε μετωπική σύγκρουση με τον εαυτό του;
– Πολύς κόσμος συνειδητοποίησε αρκετά από τα αδιέξοδα των προηγούμενων 30 και βάλε χρόνων. Η συνολική ρήξη, όμως, δεν είναι απλό πράγμα. Ζούμε 70 - 80 χρόνια ο καθένας κι αυτός ο χρόνος είναι μικρός για να ανατραπούν δομές που έχουν εγκαθιδρυθεί εδώ και 300 χρόνια. Θα χαθούν δυο-τρεις γενιές μέχρι να μάθουμε όταν έχει κόκκινο να σταματάμε και να μην περνάμε τον δρόμο.
«Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα». Δραματική κομεντί του Σωτήρη Γκορίτσα, βασισμένη στο βιβλίο του Γιώργου Δενδρινού (εκδ. Κέδρος). Θυμίζει λίγο τη ρουμανική «Οδύσσεια του κυρίου Λαζαρέσκου». Παίζουν: Αργ. Ξάφης, Δ. Ημελος, Αννα Κουτσαφτίκη, Γ. Συμεωνίδης, Μηνάς Χατζησάββας, Στ. Μάινας, Γερ. Σκιαδαρέσης, Βαγγέλης Μουρίκης. Πρεμιέρα στις 31/3.
Αν γίνουν πράξη όλα τα αυτονόητα...
– Ο Ελληνας συνηθίζει το «δεν ήξερα».
– Ας φρόντιζε να μάθει. Αν του έλεγες «πρόσεξε υπάρχει λακκούβα», θα σε άκουγε; Αφού είναι ποτισμένος με την ιδέα ότι παντού υπάρχει ένα κόλπο. Μια ιδέα είναι όλα, ένα κόλπο και καθάρισες, ένας πλούσιος γάμος κι έπιασες την καλή... Αρκεί να σου κόβει. Δηλαδή, ανατρέψαμε όλες τις φιλοσοφίες και όλους τους κανόνες. Ολα αυτά έχουν βαθιές ρίζες, αλλά ανοίγουμε μεγάλη κουβέντα, που μας πάει μέχρι την Τουρκοκρατία και τον Καραγκιόζη. Τότε, βέβαια, υπήρχαν φραγμοί που δεν σε άφηναν να προκόψεις. Χρειαζόταν το κόλπο, δικαιολογημένα ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
– Τίθεται ένα ζήτημα αυτοεκτίμησης;
– Μεγάλο. Οταν την αποκτήσουμε, θα αλλάξει αθόρυβα το σύμπαν.
– Σχολιάστε μια φράση που ακούγεται στην ταινία: «Tο αυτονόητο είναι ακατόρθωτο σε αυτή τη χώρα».
– Το εξηγεί παρακάτω, να χειρουργεί ο χειρουργός, να εφημερεύει ο εφημερεύων, το 8 να μη γίνει 8½ ούτε 7 παρά τέταρτο. Ολα τα αυτονόητα, που για μας ανήκουν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, αν γίνουν πράξη, αυτό θα είναι η πιο δύσκολη επανάσταση. Γι’ αυτό είμαι εναντίον της πατέντας. Κι αυτό ισχύει και για τον τρόπο που γυρίζουμε ταινίες.
– Στην κατάστασή μας, μπορούμε να αντιμετωπίζουμε με εύθυμο τρόπο ζητήματα που μας έφεραν μέχρι εδώ;
– Εγώ δεν έχω άλλη επιλογή. Ετσι μεγάλωσα. Το χιούμορ είναι ο μοναδικός τρόπος άμυνας μπροστά στη μαυρίλα. Αν κοιτάξεις μονάχα το σκοτάδι, είναι σαν να περιμένεις να πεθάνεις. Τέλος πάντων, βαριά φιλοσοφία, αλλά όλο αυτό το πράγμα το φωτίζει ο θάνατος. Είχα ένα ατύχημα με τη μηχανή, έμεινα περίπου δέκα λεπτά ξαπλωμένος στη Μεσογείων μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο. Κοίταζα τον ουρανό κι ένιωθα πως φεύγω. Ολο αυτό σου δίνει ένα μέτρο για τα πράγματα.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_100015_26/03/2011_436882

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Πίνα Μπάους μέσω Βιμ Βέντερς

ΒΕΡΟΛΙΝΟ, Εδώ και 25 ολόκληρα χρόνια ο γερμανός σκηνοθέτης Βιμ Βέντερς είχε στα σχέδιά του το γύρισμα μιας ταινίας για την πρωτοπόρο χορεύτρια και χορογράφο του μοντέρνου χορού Πίνα Μπάους. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ακριβώς τη χρονιά που αποφάσισε να ξεκινήσει τα γυρίσματα της ταινίας η Μπάους πέθανε. Αν οι στρατιές των θαυμαστών της, αλλά και οι συνεργάτες της, δεν επέμεναν παρά τον θάνατό της να τη γυρίσει, ο σκηνοθέτης θα είχε εγκαταλείψει το σχέδιο της «Ρina», ταινίας που παρουσιάστηκε εκτός διαγωνισμού στην εφετινή Μπερλινάλε.

«Το ερώτημα δεν είναι γιατί ήθελα να κάνω μια ταινία για την Μπάους, αλλά το πώς θα μπορούσα να τη γυρίσω » δήλωσε ο σκηνοθέτης των «Φτερών του έρωτα» και του «Παρίσι- Τέξας». « Το γιατί ήταν δεδομένο. Οταν είδα για πρώτη φορά δουλειά της Πίνα, το 1984, έμεινα άναυδος. Το πώς όμως... ήταν ένα θέμα. Δεν ήξερα πώς να τοποθετηθώ επάνω της ως κινηματογραφιστής ».

Ο Βέντερς είπε ότι τελικά βρήκε τον τρόπο βλέποντας στις Κάνες ένα τρισδιάστατο ντοκυμαντέρ για τους U2. « Πήρα τηλέφωνο την Πίνα και της είπα χαρούμενος: “Βρήκα πώς θα γυρίσουμε την ταινία!” ». Αυτό συνέβη το 2006. Τρία χρόνια αργότερα και ενώ ήταν έτοιμος για τα γυρίσματα, η Πίνα Μπάους μπήκε στο νοσοκομείο για ένα τυπικό τσεκάπ. Πέντε ημέρες αργότερα πέθανε.


«Η αρχική ιδέα ήταν να γυρίσουμε μαζί όλο τον κόσμο·από την Ευρώπη στη Βόρεια Αμερική, μετά στη Νότια Αμερική και στην Ασία» αποκάλυψε ο Βέντερς, προσθέτοντας ότι σκόπευε να φιλμάρει την Μπάους ενώ εκείνη εργαζόταν μαζί με τους χορευτές της. «Ο τρόπος με τον οποίο δούλευε με το επιτελείο της ήταν εξαιρετικός» σημείωσε. «Τους έκανε ερωτήσεις και εκείνοι έπρεπε να απαντούν με κινήσεις. Από εκεί μπορούσε να φτιάξει ένα ολόκληρο έργο». Αναγκαστικά, για τις ανάγκες του φιλμ, ο Βέντερς έπρεπε πλέον να βρει αντικαταστάτρια της Μπάους. Ετσι, την αντικατέστησαν... οι ίδιοι οι χορευτές της. «Ολες οι ερωτήσεις που θα έκανα στην Πίνα έγιναν στους χορευτές της. Και αυτοί απάντησαν με κινήσεις».

Ο Βέντερς είναι τόσο μεγάλος θαυμαστής της Μπάους ώστε να θεωρεί ότι ακόμη και ο όρος «μοντέρνος χορός» δεν της ταιριάζει. «Η δουλειά της σχετίζεται με αυτά που όλοι μας λέμε στον εαυτό μας μέσω κινήσεων. Η τεχνική της ήταν σχεδόν επιστημονική: πώς μπορούμε να “διαβάσουμε” το ποιοι είμαστε από τον τρόπο που κινούμαστε».


Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Η ταινία Moon και ο David Bowie


Moon
Σκηνοθεσία: Ντάνκαν Τζόουνς
Πρωταγωνιστούν: Σαμ Ρόκγουελ 
Περίεργους κύκλους κάνoυν η μοναξιά και η δημιουργικότητα. «Ground control to Major Tom» τραγουδούσε ο Ντέιβιντ Μπόουι στο άλμπουμ που τον καθιέρωσε, το «Space Oddity» του 1969. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε κάνει θραύση το Space Odyssey του Κιούμπρικ, με ήρωα τον συναφή στο όνομα Ντέιβ Μπόουμαν, χαμένο στο διάστημα, παγωμένο στον χρόνο, κλεισμένο έξω από το διαστημόπλοιό του εξαιτίας του κακού υπολογιστή Χαλ. Δυο χρόνια αργότερα, γεννιέται ο γιος του Μπόουι, ο Ζόουι, και αφού μεγαλώνει στη μιζέρια και την έλλειψη αυτοπεποίθησης (και στο μεταξύ έχει επαναφέρει το ονοματεπώνυμο στο βαφτιστικό Ντάνκαν Τζόουνς) γράφει και γυρίζει μια παραγγελιά για τον Σαμ Ρόκγουελ με θέμα έναν κοσμοναύτη της εργατικής τάξης, τον Σαμ Μπελ, ο οποίος δουλεύει στο φεγγάρι, με μοναδική παρέα τον υπολογιστή Γκέρτι, με τη φωνή του Κέβιν Σπέισι.
«Tell my wife I love her very much», σπαράζει στο φινάλε του τραγουδιού ο αστράνθρωπος του Μπόουι, και το ίδιο κάνει ο Σαμ Μπελ, όταν ανακαλύπτει ότι τα πρόσωπα που λαχταράει από τις φωτογραφίες είναι δανεικά και οι μνήμες του συνθετικές. Μιλάμε για την τέλεια ψυχανάλυση, με προϋπολογισμό μόλις 5 εκατομμύρια δολάρια, και μπόλικη δημιουργική φαντασία, που δεν αφορά τόσο τα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά την εφαρμογή τους στα βασικά ανθρώπινα προβλήματα, τη μοναξιά, την αποξένωση, τον ερωτικό πόνο, τη νοσταλγία. Ο Ντάνκαν Τζόουνς επηρεάζεται σαφώς από τη φουρνιά των ταινιών εκείνων που δεν αποσκοπούσαν στη διαφυγή αλλά στην εμβάθυνση στο βάσανο του ανθρώπου που αναγκαζόταν να μεταναστεύσει εκτός πλανήτη για ένα καλύτερο μέλλον, ή απλά για μια δουλειά.
Παρόλο λοιπόν που η Οδύσσεια του Διαστήματος είναι η προφανής πρώτη ύλη για το Moon, με μια πλοκή που, σαν το υπο-αμλετικό Ρόζενκρατς και Γκίλντερστερν του Στόπαρντ, μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από τα έγκατα του φιλμ του Κιούμπρικ και από έξυπνη υποσημείωση έχει πάρει δική του ζωή, η ταινία του Τζόουνς, ένα παράξενα αυτοβιογραφικό ντεμπούτο, δεν είναι τόσο ψυχρή και φιλοσοφικά εσωστρεφής. Όπως το «Space Oddity» του μπαμπά Ντέιβιντ ξεκίνησε από την αποδέσμευση του γήινου από τα υλικά του δεσμά και κατέληξε να αντανακλά το προσωπικό του πρόβλημα με τα ναρκωτικά, έτσι και το Moon περιγράφει αρχικά ένα ον που κοντρολάρει την αποστολή του, αλλά στη συνέχεια θέτει ερωτήματα για τη φύση και την ταυτότητά του, μαχόμενο την ίδια του τη μοίρα.
Από τη θεωρία και την ασημένια σεληνιακή διακόσμηση, ο Τζόουνς το γυρνάει επιδέξια στο αγχωτικό δράμα, βασιζόμενος στις πιο ρεαλιστικές περιπέτειες τύπου Silent Running και Alien, ακροπατώντας στο κυκλωτικό αδιέξοδο φράσεων που παραπέμπουν σε Μάμετ, και παράλληλα αξιοποιώντας χωρίς επιδειξιομανία το τρικ της κλωνοποίησης του Σαμ Μπελ προς σεναριακό όφελος της ταινίας του. Αποτέλεσμα, μια επιστημονική φαντασία για ενήλικες, ένα obsessive διαστημικό δράμα, βαθιά υπαρξιακό, χωρίς να γίνεται πομπώδες, όπως το μεταφυσικά νεκροφιλικό Σολάρις.
Κριτική: Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος
Πηγή: http://www.lifo.gr/mag/cinema/1167

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Μουσική και κινηματογράφος

Μουσικά κομμάτια που ξεχώρισαν από τις ταινίες της περασμένης χρονιάς
"If I Rise". Album: "127 Hours - A. R. Rahman

Inception-Hans Zimmer

The social Network-Rexnon and Ross

The true grit-Carter Burwell  

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΛΕΛΟΒΑ ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΕΡΤ 2010
 
Πηγή:  http://nikosictedu.blogspot.com/

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

"Χαμένα Παιχνίδια"

Καλημέρα, καλημέρα...Πλησιάζουν Χριστούγεννα, μας έβαλε και ο καιρός σε πνεύμα εορταστικό, είναι και τα καταστήματα ανοικτά σήμερα, κάτι κινείται, κάπως θα χαμογελάσουμε λίγο περισσότερο, όλο και σε κάποια υπερβολή θα κυλήσουμε αυτές τις μέρες. 
Η σημερινή ανάρτηση κινείται σε διαφορετικό κλίμα και αφορά σε μια ταινία μικρού μήκους που παρακολούθησα χθες στην πόλη μου, μια ταινία που βρήκα προσεγμένη και καλοδουλεμένη παρά την ιδιαιτερότητα του θέματος που πραγματευόταν. Συγκεκριμένα, το θέμα της ταινίας είναι η παιδοφιλία και μέσα στα λίγα λεπτά δίνεται ο άρρωστος κόσμος ενός περιθωριακού ανθρώπου και παράλληλα επισημαίνεται πόσο καμιά φορά η αφέλεια των γονιών απέναντι σε αγνώστους μπορεί να έχει δραματικές συνέπειες για τη ζωή του παιδιού τους και κατ'επέκταση για τη δική τους. Σκηνοθέτης της ταινίας "Χαμένα Παιχνίδια"είναι ο λαρισαίος Σεραφείμ Ντούσιας. Ωραία οπτική, ήπια ματιά, όμορφη μουσική επένδυση της ταινίας. Να ευχηθούμε στο Σεραφείμ καλή συνέχεια, καθώς είναι ακόμη στην αρχή. 
Αξίζει τον κόπο, οι γονείς και οι δάσκαλοι να διαβάσουν κάποια στοιχεία για την κακοποίηση των παιδιών απο την ιστοσελίδα "Το Χαμόγελο του Παιδιού" 
http://www.hamogelo.gr/default.asp?pid=19&la=1

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Μικρές λεπτομέρειες!

Ανάρτηση κυριακάτικη με αφορμή ένα ταξίδι αστραπή στην όμορφη -τουλάχιστον ακόμη στα μάτια μου-Θεσσαλονίκη με φίλους και ζεστά βλέμματα και χαμόγελα. Η αλήθεια είναι -και το έχω ξαναγράψει σ' αυτό το ιστολόγιο-ότι αυτή η πόλη, παρά τις υπέροχες γωνιές της, αποπνέει  τα τελευταία χρόνια μια μικρή παρακμή, δεν είναι στα καλύτερά της. Ας ελπίσουμε ότι κάτι θα αλλάξει!
Κι εκεί λοιπόν που διέσχιζα ένα στενό σοκάκι στην ανατολική πλευρά της πόλης και σκεφτόμουνα ότι αυτό που έβλεπα καθόλου δε μου άρεσε, ακούω έναν όμορφο ήχο σαξοφώνου που γινόταν όλο και πιο έντονος όσο κατέβαινα προς την παραλία. Με μεγάλη μου έκπληξη βρέθηκα σε ένα γωνιακό μαγαζάκι, σ' ένα παντοπωλείο, από όπου διαπίστωσα ότι προερχόταν αυτός ο μαγικός ήχος. Κάποιος σ΄αυτό το μικρό και αφρόντιστο χώρο έστελνε θεσπέσιους ήχους. Μου έφτιαξε τη μέρα. Πραγματικά η εικόνα ήταν μαγική και με έκανε να χαμογελάσω  για λίγο και να πω πως κάτι αισιόδοξο κινείται σ΄αυτή την πόλη. 
Να μην ξεχάσω να υπενθυμίσω ότι αυτή την περίοδο στη Θεσσαλονίκη λαμβάνει χώρα και το φεστιβάλ κατά τη διάρκεια του οποίου πολλά γίνονται στην πόλη και σίγουρα αξίζει να παρακολουθήσει κανείς και κάποιες ταινίες. Η ατμόσφαιρα είναι άκρως εορταστική.
http://www.filmfestival.gr/

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Στρέλλα

Η σημερινή βραδιά κύλησε με την επιλογή παρεούλα και ταινιούλα. Η ταινία, Στρέλλα, που είδα μου άρεσε πολύ και μου άφησε έντονα την αίσθησή της, τόσο εξαιτίας της θεματικής της όσο και χάρη στη σκηνοθετική της άποψη. Πολλή ζωντανή ματιά, η λογική ότι αποκαλύπτω τα πάντα και τα παρουσιάζω απροκάλυπτα και όπως είναι, και δίνοντας συγχρόνως την οπτική των πρωταγωνιστών-τραγικών προσώπων. Πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών και λίγο χιούμορ για να απαλύνει τη βαριά ατμόσφαιρα της ταινίας. Υπέροχη και η μουσική του Μιχάλη Δέλτα

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Λατρεύω το Γούντυ Άλλεν- Από το Βήμα της Κυριακής 23 Μαΐου 2010

ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΕΝ Ο κινηματογράφος μου είναι σαν την απόδραση του δειλού

Μια γουντιαλενική συνέντευξη με τον αμερικανό σκηνοθέτη και ηθοποιό σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στις Κάννες

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ ΚΑΝΝΕΣ, ΜΑΪΟΣ. 

Μπορεί να μην παίζει πια στις ταινίες του επειδή, όπως ο ίδιος παραδέχεται, λόγω ηλικίας δεν είναι σε θέση να κερδίζει το κορίτσι, ωστόσο ο Γούντι Αλεν ήταν ίσως ο μόνος πραγματικός σταρ της τελευταίας διοργάνωσης του Φεστιβάλ των Καννών, της οποίας η αυλαία πέφτει σήμερα το βράδυ. Σε αντίθεση με τα παλαιότερα χρόνια όπου δεν πατούσε το πόδι του στα φεστιβάλ, ο πιο χαρακτηριστικός διοπτροφόρος κωμικός του κόσμου είναι εδώ και καιρό αναγκασμένος να κάνει παραχωρήσεις παίζοντας και αυτός το παιχνίδι του μάρκετινγκ με όποιον τρόπο μπορεί για το καλό των ταινιών του που δεν σταματά ποτέ να γυρίζει. Στην τελευταία δημιουργία του «Ιf you will meet a tall dark stranger» (η τέταρτη ταινία του γυρισμένη στο Λονδίνο) ο Αντονι Χόπκινς, ο Τζος Μπρόλιν, η Ναόμι Γουότς, η Τζέμα Τζόουνς, ο Αντόνιο Μπαντέρας και η Λούσι Παντς είναι μερικοί από τους ήρωες που αναζητούν τρόπους για να καλυτερεύσουν τη ζωή τους βρίσκοντας διέξοδο στο «άλλο». Αλλάζουν συνήθειες, κλέβουν ιδέες, διαλύουν σπίτια, στρέφονται στα πνεύματα, είναι διαρκώς ανήσυχοι για το πώς θα καταφέρουν να νικήσουν τον ανίκητο εχθρό. Διότι ο «ψηλός, σκοτεινός ξένος» του τίτλου ίσως τελικά να μην είναι άλλος από τον ίδιο τον θάνατο που κάποια στιγμή - θέλουμε, δεν θέλουμε- όλοι θα πρέπει να αντικρίσουμε. Ο θάνατος έπαιξε σημαντικό ρόλο και στην ημίωρη κουβέντα που είχε «Το Βήμα» με τον Γούντι Αλεν την περασμένη Κυριακή το πρωί, λίγες ώρες προτού πάρει το αεροπλάνο για την πολυαγαπημένη του Νέα Υόρκη.

Χλωμός, ασθενικός και βαρύς όσο ένα σπουργίτι, ο Γούντι Αλεν μπαίνει βήχοντας στη σουίτα 239 του ξενοδοχείου «Μartinez». Ζητεί συγγνώμη για το «τέλειο κρυολόγημα» που τον ταλαιπωρεί τις τελευταίες ημέρες και αρχίζουμε.

- Ποιο είναι το νόημα της ζωής αυτή την εποχή για τον Γούντι Αλεν;
«Αυτό που ήταν πάντα, νομίζω. Να κάνω τη δουλειά μου και να μη σκέφτομαι κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό...».

- Αυτό ακούγεται τρελό. Ο Γούντι Αλεν και να μη σκέφτεται;
«Οταν σκέφτεσαι, αντιλαμβάνεσαι πόσο οδυνηρά είναι όλα γύρω σου και πόσο αδύναμος είσαι στο να αντιδράσεις και να κάνεις κάτι για την καλυτέρευση των πραγμάτων. Το κόλπο μου, η προσωπική μου πλάνη, είναι να εργάζομαι συνέχεια και έτσι να δραπετεύω».

- Η εργασία ήταν ανέκαθεν ο τρόπος απόδρασής σας;

«Οχι. Μικρός ήμουν τεμπέλης και δραπέτευα μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες βλέποντας ταινίες. Σήμερα δραπετεύω κάνοντας ταινίες για τις λίγες κινηματογραφικές αίθουσες στις οποίες οι ταινίες μου παίζονται. Την αποκαλώ “η απόδραση του δειλού”».

- Το να κάνει ταινίες σήμερα ένας Γούντι Αλεν είναι το ίδιο εύκολο όσο παλαιότερα;

«Είναι κάπως αντιφατικό, αλλά ενώ ως κινηματογραφιστής νιώθω ότι όσο μεγαλώνω κάνω ευκολότερα τη δουλειά μου, το ίδιο το σύστημα στην Αμερική δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το μικρό κέρδος που φέρνουν οι ταινίες μου. Οταν άρχισα αυτή τη δουλειά η ανεξάρτητη ταινία μεσουρανούσε. Γυρίζονταν ταινίες όπως ο “Ξέγνοιαστος καβαλάρης” και ήταν περιζήτητοι σκηνοθέτες όπως ο Ρόμπερτ Ολτμαν με ταινίες που είχαν μεν μικρά κέρδη, αλλά άφηναν τους πάντες ικανοποιημένους. Τα τελευταία χρόνια τα έβαλαν κάτω στο Χόλιγουντ και είπαν: Εφόσον μπορούμε να κάνουμε ταινίες με κέρδη 400 εκατομμύρια δολάρια, για ποιον λόγο να χάνουμε τον χρόνο μας με μια ταινία του Γούντι Αλεν; Στην Αμερική με θεωρούν σπατάλη χρόνου».

- Μήπως είστε λίγο υπερβολικός; Ξεχνάτε ότι είστε ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες που είναι αναγνωρίσιμοι σε όλον τον κόσμο;..
«Αυτό συμβαίνει επειδή υπήρξα και ηθοποιός. Δεν νομίζω ότι υπερβάλλω καθόλου. Στο Χόλιγουντ, αντί να δώσουν σε μένα τα 15 εκατομμύρια δολάρια που χρειάζομαι για την ταινία μου- διότι περίπου τόσα χρειάζομαι-, θα προτιμήσουν να δώσουν 115 εκατομμύρια σε κάποιον άλλο επειδή ο τζόγος είναι καλύτερος. Και είναι όντως καλύτερος, αφού η ταινία των 115 εκατομμυρίων δολαρίων θα φέρει τα τετραπλάσια ή τα πενταπλάσια. Ολη αυτή η κατάσταση όμως έχει τραυματίσει φοβερά τον χώρο του κινηματογράφου. Σήμερα πολλοί κινηματογραφιστές που ξεκίνησαν την ίδια εποχή με μένα έχουν τρομερό πρόβλημα. Αν ο Ρόμπερτ Ολτμαν ζούσε δεν θα μπορούσε να κάνει ταινίες».

- Αυτό συμβαίνει μόνο στην Αμερική ή και αλλού;
«Το πρόβλημα ξεκινά από την Αμερική, αλλά μπορεί να επηρεάσει και άλλες χώρες. Μόλις χθες μιλούσα με μια γαλλίδα σκηνοθέτρια, η οποία έχει κάνει μια πολύ επιτυχημένη ταινία στη χώρα της. Δυστυχώς δεν μπορεί να τη διανείμει στην Αμερική, εκτός και αν τη γυρίσει ριμέικ στα αγγλικά. Οταν ξεκινούσα, οι ξένες, μη αγγλόφωνες, ταινίες ήταν αγαπητές στην Αμερική. Σήμερα η οικονομική κρίση έχει αλλάξει τη νοοτροπία των στούντιο. Οπως είπα, βάζουμε πολλά χρήματα σε μια ταινία για να φέρει πολλά χρήματα στα ταμεία. Αν μια ταινία πάει πολύ καλά μέσα σε έναν χρόνο, καλύπτει όλη την υπόλοιπη χασούρα. Αυτό το μονοπώλιο στον κινηματογράφο είναι μια αντανάκλαση της γενικότερης οικονομικής κρίσης των καιρών μας, σύμφωνα με την οποία μικρές χώρες, όπως η Ελλάδα ή η Πορτογαλία, δεν μπορούν να σταθούν στο ύψος των οικονομικώς ισχυρότερων και κινδυνεύουν να αφανιστούν. Εί ναι καταδικασμένες να βρίσκονται μονίμως υπό απειλή».

- Δεν νομίζω ότι τελικά ισχύει και τόσο αυτό που αναφέρατε προηγουμένως,ότι δηλαδή προτιμάτε να μη σκέφτεστε γιατί έτσι πλανάστε...

«Ακολουθώ την αρχή του Νίτσε, ο οποίος έλεγε ότι “είναι ανάγκη να έχεις φαντασιώσεις, διότι αν κοιτάζεις τη ζωή πολύ προσεχτικά γίνεται αβάσταχτη”. Το είπε αργότερα και ο Φρόιντ και έπειτα από αυτόν ο Ευγένιος Ο΄ Νιλ, ο οποίος έγραφε θεατρικά έργα με αυτό το θέμα. Είναι μια σκέψη στην οποία καταλήγουν αυτομάτως πολλοί σκεπτόμενοι άνθρωποι ύστερα από χρόνια σκέψης. Η ζωή είναι φρικτή, επίπονη, επώδυνη και τρομακτική και, αν δεν έχεις τρόπους διαφυγής, δεν θα τα βγάλεις πέρα. Οι καλλιτέχνες πιστεύουν ότι η δουλειά τους θα ζήσει για πάντα, κάποιοι γονείς βλέπουν την αθανασία στα παιδιά τους. Αυτά όμως είναι όλα φαντασιώσεις, διότι η αλήθεια είναι ότι γεννιέσαι, ζεις μια σύντομη ζωή και πεθαίνεις. Αρα δεν υπάρχει κάποιο πραγματικό νόημα σε τίποτε από όλα αυτά, αφού όλα κάποια στιγμή είναι καταδικασμένα να τελειώσουν. Ο ήλιος χάνει σιγά-σιγά τη δύναμή του, η Γη κάποια ημέρα δεν θα υπάρχει, τα αστέρια φεύγουν. Αν κοιτάξετε πολλά εκατομμύρια χρόνια στο μέλλον, δεν θα δείτε τίποτε. Δεν θα δείτε ούτε Σαίξπηρ, ούτε αρχαίους τραγωδούς, ούτε τίποτε».

- Είναι σαν να λέτε ότι,επειδή όλα κάποια στιγμή τελειώνουν,δεν μπορεί να υπάρξει νόημα στην ίδια τη ζωή. Είναι όμως έτσι;

«Ως ανθρώπινο ον αναζητείς το νόημα, είναι φτιαγμένο μέσα σου το να ψάχνεις για ένα νόημα. Τα ανθρώπινα όντα δεν θέλουν να νιώθουν ότι ζουν μερικά χρόνια χωρίς νόημα σαν τα φυτά ή τα ζώα. Επίσης υπάρχει και το ένστικτο. Αν κάποιος μου βάλει ένα πιστόλι στο κεφάλι, το πρώτο πράγμα που θα κάνω είναι να προφυλαχτώ διότι θέλω να ζήσω. Θα μου πείτε γιατί; Αφού η ζωή δεν έχει νόημα, ας σε πυροβολήσει. Και όμως υπάρχει κάτι στο αίμα σου, στο σώμα σου, κάτι μη διανοητικό, που σε φέρνει στο σημείο να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, να κρυφτείς κάτω από το τραπέζι, να αφοπλίσεις αυτόν που σε απειλεί. Αν όμως κοιτάξεις την κατάσταση της ζωής προσεχτικά και χωρίς φαντασιώσεις, θα δεις ότι όντως δεν υπάρχει πουθενά νόημα. Και τότε σε πιάνει κατάθλιψη, γι΄ αυτό και συνιστώ να μην την κοιτάζουμε πολύ προσεχτικά. Στην Αμερική πολύς κόσμος στρέφεται προς τη θρησκεία, άλλοι στην ψυχανάλυση- όπου είχα προσωπικά στραφεί επί σειρά ετών-, κάποιοι αναζητούν προφήτες, κάποιοι στρέφονται προς την υγιεινή διατροφή, άλλοι στη γυμναστική, σηκώνονται κάθε πρωί και τρέχουν, τρέχουν, τρέχουν. Καταπίνουν βιταμίνες, δεν τρώνε κάποια φαγητά και πάει λέγοντας. Και ναι, όλα αυτά θα προσθέσουν μερικά χρόνια στη ζωή τους και αν δεν καπνίζουν θα ζήσουν ακόμη περισσότερο. Αλλά έως πότε;».

- Ποιος είναι τότε ο ρόλος του καλλιτέχνη μέσα σε όλη αυτή την άσκοπη κατάσταση;

«Να προσπαθήσει να καταλάβει για ποιο λόγο η ύπαρξή μας αξίζει τον κόπο. Πώς θα μπορούσες να ζήσεις μια καλή ζωή γνωρίζοντας ότι κάποτε όλα θα τελειώσουν; Οπως είπα, ο κόσμος ξεφεύγει με τις φαντασιώσεις, αλλά θα ήταν πολύ πιο όμορφο να αποδεχθείς την πραγματικότητα χωρίς φαντασιώσεις και παρ΄ όλα αυτά να τα βγάζεις πέρα. Αυτό θα ήταν για μένα το ιδανικό και αυτό προσπαθούν να καταφέρουν οι καλλιτέχνες, ο καθένας με τον τρόπο του. Βέβαια, δεν νομίζω ότι τα έχουν καταφέρει. Ο Ο΄ Νιλ, ο Φρόιντ και ο Νίτσε είχαν τελικά δίκιο. Ο μόνος τρόπος για να τα καταφέρεις είναι να κοροϊδέψεις τον εαυτό σου». - Οσο περνούν τα χρόνια γίνεται κανείς σοφότερος;


«Δεν πιστεύω ότι γίνεσαι σοφότερος όσο μεγαλώνεις. Πονάει η πλάτη σου, αυτό γίνεται. Προσωπικά δεν βρίσκω κανένα πλεονέκτημα στο γήρας. Κάνω όλα τα ίδια ηλίθια πράγματα που έκανα νεότερος, με τη διαφορά ότι τώρα δεν τα βλέπω τόσο καλά όσο τα έβλεπα παλαιότερα». - Στην τελευταία ταινία σας «Ιf you meet a tall dark stranger» οι μόνοι ευτυχισμένοι ήρωες είναι ένα ζευγάρι που έχει στραφεί στη μαντεία και στην επικοινωνία με τα πνεύματα.Πόσο πιστεύετε εσείς σε αυτά;


«Δεν πιστεύω καθόλου και δεν τα συνιστώ σε κανέναν. Πιστεύω ότι σε αυτά τα πράγματα υπάρχει τρομερή εμπορική εκμετάλλευση, ότι σε κλέβουν ασύστολα, ότι είναι βλακείες. Την ίδια ώρα όμως δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι, αν κάποιος βρίσκει όντως προσωπική ευτυχία σε αυτά τα πράγματα, ίσως να είναι πολύ πιο ευτυχισμένος από εμένα.

Αρκεί με ό,τι επιλέγεις να κάνεις να μη βλάπτεις τον συνάνθρωπό σου. Αν θέλετε πάντως τη γνώμη μου, οι άνθρωποι που αναζητούν διεξόδους στους μάντεις και στα πνεύματα είναι καταδικασμένοι να οδηγηθούν στην τρέλα. Γιατί κάποια στιγμή η απάτη θα φανεί και η απογοήτευση θα είναι μεγάλη και δυσβάσταχτη».


- Στην αμέσως επόμενη ταινία σας έχετε επιλέξει ως ηθοποιό την Κάρλα Μπρούνι.Τι σας οδήγησε να δώσετε ρόλο στη γυναίκα του προέδρου μιας χώρας;


«Η ταινία θα γυριστεί στη Γαλλία και θα παίζουν επίσης ο Οουεν Γουίλσον, η Ρέιτσελ Μακ Ανταμ, ο Εντριαν Μπρόντι, η Μαριόν Κοτιγιάρ και η Κάθι Μπέιτς. Νομίζω ότι η Κάρλα Μπρούνι ήταν μια πραγματικά καλή επιλογή. Δεν τη γνώριζα από πριν, κάποιος μου την πρότεινε. Αναζητούσα μια όμορφη, έξυπνη, αέρινη γυναικεία παρουσία για τον ρόλο της υπαλλήλου ενός μουσείου, μιας καλλιεργημένης, κομψής, φίνας ηρωίδας. Την είδα και είπα “ναι, είναι ο τύπος που ταιριάζει στον ρόλο”. Ψηλή, ελκυστική, εκπέμπει μια καλή προσωπικότητα. Δεν περίμενα να δεχτεί να παίξει. Της το πρότεινα όμως και εκείνη δέχτηκε μετά χαράς».

- Η Κάρλα Μπρούνι όμως δεν είναι ηθοποιός...

«Οχι, αλλά έχει σκηνική παρουσία. Κοιτάξτε, αν τελικά δεν μας βγει, θα σας πάρω τηλέφωνο και θα την απολύσετε εσείς». (γέλια)

«Είμαι προετοιμασμένος για το χειρότερο»

Ο Γούντι Αλεν με την Λούσι Παντς (αριστερά) και την Ναόμι Γουότς
- Στην προσωπική ζωή σας πότε υπήρξατε περισσότερο ευτυχής; «Τα ευτυχέστερα χρόνια της ζωής μου ήταν τα πιο πρόσφατα.Ηταν ένα ατύχημα,ξέρετε.Για τους περισσότερους ανθρώπους τα χρόνια της ευτυχίας είναι τα χρόνια της νιότης.Σε μένα συνέβη το αντίθετο.Από τότε που γνώρισα τη γυναίκα μου η ζωή μου πήρε μια πολύ όμορφη στροφή.Ασφαλώς είμαι πάντοτε προετοιμασμένος για το χειρότερο, διότι ξέρω ότι όλα είναι προσωρινά.Δεν θα πάει έτσι για πάντα.Αυτό είναι το σκοτεινό σύννεφο που πρέπει διαρκώς να διώχνω από τη σκέψη μου.Αυτό που ο ποιητής αποκάλεσε “καταιγίδα στο πικνίκ”».

- Πού βρίσκετε την ευτυχία; «Στη δουλειά μου,καθώς και στο να ασχολούμαι με καθημερινά πράγματα,όπως το σπίτι μου και η φροντίδα των παιδιών μου». Η ταινία «Ιf you will meet a tall dark stranger» θα προβληθεί στην Ελλάδα στις αρχές του προσεχούς φθινοπώρου.