Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Γραπτή εξέταση στη Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ Γυμνασίου

Διονύσιος Σολωμός: Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
ΑΠΟ ΤΟ Β' ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

I

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω 'γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
II

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
................................................................................

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».

Ερωτήσεις:
  1. Ο Διονύσιος Σολωμός είναι λάτρης της φύσης η οποία κυριαρχεί στα έργα του. Επιβεβαιώνεται η άποψη αυτή από το παραπάνω κείμενο;
  2. Ποια είναι τα κυρίαρχα πρόσωπα στην πρώτη στροφή; Γιατί επιλέγει να αναφερθεί σ΄αυτά;
  3. Να εντοπίσετε δύο εκφραστικά μέσα στην πρώτη και δύο εκφραστικά μέσα στη δεύτερη στροφή. Ποιος ο ρόλος τους στο ποίημα;
  4. α. Ποιος είναι ο ρόλος του τελευταίου στίχου στο απόσπασμα που σας δίνεται;
  5. β. Να συσχετίσετε το παρακάτω απόσπασμα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους με το απόσπασμα του βιβλίου σας
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ' όνειρο, τι χάρ' έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ' ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σου τριγύρισε τ' αθάνατα ποδάρια
(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·
ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη 'ναι κρυμμένα!
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ' ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα 'χ' η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: