Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Για την επέτειο της 25ης Μαρτίου


Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μια ομιλία την οποία εκφώνησα πέρυσι στο πλαίσιο της Εθνικής Εορτής της 25ης Μαρτίου.

Καθώς οργάνωνα το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθώ στην παρούσα ομιλία η πρώτη μου σκέψη ήταν να αναφερθώ στη διττή φύση της σημερινής γιορτής της θρησκευτικής γιορτής του Ευαγγελισμού από τη μια και της εθνικής εορτής που σχετίζεται με την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους από την άλλη. Στην πορεία όμως αισθάνθηκα ότι εγώ που θα εκφωνούσα τον πανηγυρικό της ημέρας δε θα ήμουν απόλυτα ικανοποιημένη από τα λεγόμενά μου.
          Είναι μέρα γιορτής σήμερα σημαντικής, είναι μια μέρα που σίγουρα αξίζει να θυμόμαστε, όμως η μνήμη από μόνη της δε συντηρεί τα έθνη αλλά ούτε και τα εξελίσσει. Αναλογιζόμουν λοιπόν ότι η ιστορία, όταν έχει διακοσμητικό ρόλο, όταν είναι τοποθετημένη σε ένα ξεχωριστό ράφι προς θέαση και θαυμασμό, δε μας βοηθάει αλλά πολύ περισσότερο αναστέλλει την πορεία και την πρόοδο. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, ο πρωταρχικός προβληματισμός αφορούσε στο τι θα ήθελα να επισημάνω από όλη την ελληνική επανάσταση και συγκεκριμένα σε ποιο ακριβώς σημείο με ενδιέφερε να εστιάσω.
          Αυτό που προσωπικά με απασχολεί σήμερα είναι αν η χώρα μου η οποία οφείλει την ύπαρξή της στους αγωνιστές του 1821, γνωστούς, τιμημένους αλλά και άσημους είναι σε θέση να τιμήσει τους ήρωες αυτούς, είναι σε θέση να καταστήσει και τους πολίτες της εθνικά υπερήφανους. Η απάντηση που δίνω δεν είναι ούτε καταφατική αλλά ούτε και αρνητική. Αρχίζω να πιστεύω ότι η χώρα μου που τόσο ταλανίστηκε στο παρελθόν ταλανίζεται και σήμερα, εξάλλου έχω αρχίσει να πιστεύω ότι ένα κράτος περνάει από πολλές εύκολες και δύσκολες φάσεις.
          Όλη αυτή η σκέψη με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν καλύτερο να εστιάσω σε μια προσωπικότητα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και να μη μιλήσω γενικά, για να μπορέσω να καταδείξω τη δύναμη της μονάδας στις δύσκολες περιστάσεις ενός έθνους. Σκέφτηκα λοιπόν να φωτίσω κάποια προσωπικότητα του αγώνα και να εντοπίσω τον τρόπο με τον οποίο αγωνίστηκε, τους στόχους που έθετε και το αποτέλεσμα που είχε όλη αυτή η προσπάθεια. Επέλεξα με κριτήριο τοπικιστικό τον ήρωα της ελληνικής επανάστασης που καταγόταν από το Μαυρομάτι Καρδίτσας, το δυναμικό Γεώργιο Καραϊσκάκη, το γιο της καλογριάς. Αναγκαίο κακό σε μια τέτοια επιλογή η αναφορά σε κάποια βασικά βιογραφικά στοιχεία που αναδεικνύουν το μεγάλο αυτό ήρωα με την υπόσχεση ότι θα αρκεστώ στα πιο σημαντικά σημεία της δράσης του.
          Το θέμα της καταγωγής του δεν είναι ξεκάθαρο και συχνά προβάλλεται ως πατρίδα του το χωριό της Άρτας Σκουληκαριά. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια σε μια οικογένεια Σαρακατσαναίων ενώ η μητέρα του, όσο ζούσε, πουλούσε εικονίδια και κεριά για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Προφανώς οι δυσκολίες αυτές τον ενδυνάμωσαν και τον όπλισαν με ορμή και αγωνιστικότητα.
          Πριν συμπληρώσει τα δεκαπέντε χρόνια του σχημάτισε μια κλέφτικη ομάδα και η απειρία του τον οδήγησε σε σύλληψη στα Γιάννενα από τον Αλή Πασά ο οποίος τελικά τον προσέλαβε στη σωματοφυλακή, με αποτέλεσμα ο Γεώργιος να μάθει εκεί στοιχειώδη ανάγνωση και γραφή. Πολύ γρήγορα ενώθηκε με τον Κατσαντώνη και έγινε πρωτοπαλίκαρό του και ενώ κατά τους πρώτους μήνες του 1821 προσπάθησε να εξεγείρει σε επανάσταση κατά των Τούρκων την περιοχή της Βόνιτσας οι προύχοντες της περιοχής ανέστειλαν την προσπάθειά του γιατί θεωρούσαν πως δεν ήταν ακόμη κατάλληλος ο καιρός. Ο Καραϊσκάκης φιλοδοξούσε να γίνει καπετάνιος των Αγράφων.
          Όσο και αν το επιθυμούσε παραγκωνίστηκε από την εξουσία και δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, γιατί η Διοίκηση και κυρίως ο Μαυροκορδάτος, τον υποψιάζονταν πως ήταν σε συνεννόηση με τους Τούρκους και γι΄ αυτό έστειλαν το Γιαννάκη Ράγκο να αναλάβει το αρματολίκι της εν λόγω περιοχής. Και όχι μόνο αυτό αλλά το 1824 η διαμάχη Μαυροκορδάτου Καραϊσκάκη κορυφώθηκε με τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο και τον Απρίλιο τη δίκη στο Αιτωλικό σύμφωνα με την οποία ο Μαυροκορδάτος κατηγορώντας τον Καραϊσκάκη για προδοσία απαιτούσε την απομόνωση και εξορία του πολεμιστή. Η κατηγορία ήταν ήπια σχετικά και οφειλόταν στο φόβο του Μαυροκορδάτου για τους πολλούς οπαδούς και φίλους του Καραϊσκάκη που ήταν συγκεντρωμένοι στη δίκη.
          Μετά την αποκατάστασή του προκρίθηκε η συμβιβαστική λύση να ενισχύσει ο Γεώργιος το ανατολικό τμήμα των Αγράφων και συγκεκριμένα το στρατόπεδο στα Σάλωνα (Άμφισσα). Ο αγώνας του συνεχίστηκε ενεργός και αποτελεσματικός στο πλευρό του Κωλέττη. Συγκεκριμένα, απέτρεψε την κατάληψη του Δίστομου από τους Τούρκους της Άμφισσας και προσπάθησε να βοηθήσει τους πολιορκημένους στο Μεσολόγγι τον Ιούλιο του 1825.
          Ο Ανδρέας Ζαΐμης, ο νέος πρόεδρος του Εκτελεστικού διόρισε τον Καραϊσκάκη αρχιστράτηγο της Ρούμελης με πλήρη δικαιοδοσία και στόχος του Γεώργιου ήταν η ανακούφιση των πολιορκημένων στην ακρόπολη της Αθήνας. Ο Καραϊσκάκης που είχε όραμα αλλά και επίγνωση της πολεμικής κατάστασης ζήτησε να διορίζει στα διάφορα στρατιωτικά αξιώματα άτομα της δικής του επιλογής για να πετύχει τη συνεργασία και τη συνένωση διάφορων ομάδων αγωνιστών. Δυστυχώς, αυτή του η επιθυμία στάθηκε σχεδόν αδύνατη να πραγματοποιηθεί και για άλλη μια φορά η προσπάθεια του πολεμιστή δεν είχε την πλήρη στήριξη από την πολιτική εξουσία. Εντούτοις, αυτό που αναδεικνύει τον ήρωα είναι η συνέχιση του αγώνα ακόμη κι όταν οι άνθρωποι και οι πολιτικές συνθήκες τον απομακρύνουν από την επίτευξη του στόχου του. Στα μέσα Νοέμβρη 1826, ο Καραϊσκάκης εγκλώβισε τους Τούρκους στην Αράχοβα και πέτυχε μια περίλαμπρη νίκη μετά από επτά μέρες μάχης με σχέδιο και στρατηγική επωφελούμενος από την κακοκαιρία της τελευταίας μέρας της μάχης. Το 1827, ο Καραϊσκάκης θεώρησε ότι η μόνη λύση για να αποτραπεί το χάος που επικρατούσε από τον τρόπο με τον οποίο οι βρετανική πολιτική επέβαλε να αντιμετωπιστεί ο Κιουταχής, ήταν να παίρνει μέρος ο ίδιος στις ασυντόνιστες και ανοργάνωτες επιθέσεις για να αποτρέψει το κακό χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τη χρόνια επιβαρυμένη του υγεία.
          Σε συμπλοκή που έγινε παραβρέθηκε ο Καραϊσκάκης και τραυματίστηκε θανάσιμα στις 23 Απριλίου 1827. Κάποιοι από τους βιογράφους του Γεώργιου Καραϊσκάκη μίλησαν για δολοφονική ενέργεια. Η βρετανική πολιτική που ήθελε τον περιορισμό της επανάστασης στην Πελοπόννησο και η πανωλεθρία των Ελλήνων στο Φάληρο που οφείλεται στους δύο Βρετανούς αρχηγούς του Ελληνικού στρατεύματος ίσως εξηγεί και το ενδεχόμενο της δολοφονίας του μεγάλου Γεώργιου Καραϊσκάκη.
          Από τα πρώτα χρόνια της ζωής του η υγεία του ήταν επιβαρυμένη αυτό όμως δεν αποτέλεσε ποτέ ανασταλτικό παράγοντα για το Γεώργιο αλλά αντίθετα σχεδίαζε το επόμενο βήμα για να πετύχει το στόχο που δεν ήταν άλλος από την απελευθέρωση της πατρίδας. Ήταν οργανωτικός και δούλευε διαρκώς χωρίς να πτοηθεί από τις επιθέσεις που δέχτηκε και από τη σημαντική προσπάθεια εξοβελισμού του από τον αγώνα.
          Οι ήρωες της Επανάστασης αν κάνει κανείς μια λεπτομερή εξέταση της πορείας τους είχαν όραμα υψηλό, πίστη και αγάπη στον τόπο τους, κάποιες φορές ήταν λίγο πιο διορατικοί από τον υπόλοιπο λαό. Αντιμετώπιζαν εμπόδια από τους ίδιους τους Έλληνες εκείνους που εξυπηρετούσαν τα πολιτικά κόμματα της εποχής, εκείνους τους Έλληνες που δεν είχαν κανένα μακροπρόθεσμο στόχο ή όραμα για τη δημιουργία ενός έθνους αλλά κυρίως στόχευαν στην προσωπική τους ανάδειξη και ικανοποίηση της φιλαυτίας τους. Ίσως τότε οι αγωνιστές αυτοί να ένιωθαν προδομένοι ή εγκλωβισμένοι, σήμερα ας ελπίσουμε ότι θα αισθάνονται τουλάχιστον ιστορικά δικαιωμένοι. Θα ήθελα βέβαια να αισθάνονται ότι όλοι εμείς που παραλάβαμε και συνεχίζουμε την πορεία του έθνους αυτού τους τιμούμε όχι μόνο με γιορτές, πανηγυρικές παρελάσεις και μεγάλα λόγια αλλά με την καθημερινή μας πράξη, τον αγώνα, την τιμιότητα, την ωριμότητα και την ευθυκρισία σε όλες τις περιστάσεις και στα εύκολα αλλά και στα δύσκολα.    
          Θα κλείσω με μια φράση του Γεώργιου Καραϊσκάκη ως ελπίδα, προσδοκία και μήνυμα για αυτό τον εορτασμό. Λέγεται πως όταν ο Αλή Πασάς ρώτησε κάποτε τον Καραϊσκάκη τι θα ήθελε να του προσφέρει, εκείνος του απάντησε: «Αν με γνωρίζεις άξιο για αφέντη, κάνε με αφέντη, αν για δούλο, κάνε με δούλο».

Δεν υπάρχουν σχόλια: