Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Chopin 200 χρόνια από τη γέννησή του

Ένα ταξίδι στη γενέτειρά του μού έδωσε την ευκαιρία να θυμηθώ την υπέροχη μουσική του συνθέτη Φρειδερίκου Σοπέν. Τη μοιράζομαι μαζί σας!
Όπως έχει χαρακτηριστικά γραφεί, ως πιανίστας ο Σοπέν «κατόρθωσε να κατακτήσει τη μέγιστη δυνατή αναγνώριση με τις ελάχιστες δυνατές δημόσιες εμφανίσεις:λίγο περισσότερες από τριάντα σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του». Ως συνθέτης- ένας από τους σημαντικότερους της περιόδου του Ρομαντισμού- έχει πλέον απεκδυθεί οριστικά τη «βικτωριανή» ετικέτα του «λυρικού φυματικού καλλιτέχνη των σαλονιών» και έχει εκτιμηθεί για τον ποιητικό και ηρωικό του χαρακτήρα και για τις μεγάλες καινοτομίες τις οποίες επέφερε σε είδη όπως η σονάτα για πιάνο, η μαζούρκα, το βαλς, το νυχτερινό, η πολωνέζα, οι σπουδές, το πρελούδιο. Γραμμένες κυρίως για το πιάνο ως σολιστικό όργανο, οι συνθέσεις του είναι σαφώς απαιτητικές από τεχνικής απόψεως, ωστόσο η έμφαση δίνεται στο ύφος, στις αποχρώσεις και στο εκφραστικό τους βάθος. Ο Σοπέν γεννήθηκε την 1η Μαρτίου 1810 (κάποιο εκκλησιαστικό έγγραφο το οποίο βρέθηκε το 1892 αναφέρει ως ημερομηνία γεννήσεως την 22α Φεβρουαρίου, αλλά ο ίδιος ο συνθέτης χρησιμοποιούσε την πρώτη) στη Ζελάζοβα Βόλα, περίπου 50 χιλιόμετρα δυτικά της Βαρσοβίας, από εξόριστο γάλλο πατέρα και πολωνέζα μητέρα. Ηταν το δεύτερο παιδί της οικογένειάς του και το μοναδικό αγόρι. Καίτοι ο πατέρας του δίδασκε γαλλικά σε παιδιά της αριστοκρατίας, ήταν η πολωνική γλώσσα και κουλτούρα που κυριαρχούσε στο σπίτι του και αυτό τον επηρέασε βαθιά για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Οι γονείς του ασχολούνταν με τη μουσική: ο πατέρας του έπαιζε φλάουτο και βιολί και η μητέρα του πιάνο. Σε ό,τι αφορά μάλιστα τη δεύτερη, πηγές αναφέρουν ότι ο μικρός συγκινούνταν μέχρι δακρύων ακούγοντάς την να παίζει, ενώ σε ηλικία έξι ετών ήταν κιόλας σε θέση να αναπαράγει ό,τι άκουγε ή να φτιάχνει καινούργιες μελωδίες. Ωστόσο πρώτη του δασκάλα υπήρξε η μεγαλύτερη αδελφή του Λουντβίκα.


Αναφορικά με τα παιδικά χρόνια του Σοπέν- ο οποίος γρήγορα ξεχώρισε ως παιδί-θαύμα στο πιάνο, συγκρινόμενος μάλιστα με τον Μότσαρτ στην αντίστοιχη ηλικία- οι βιογραφίες κάνουν λόγο για ένα ώριμο παιδί το οποίο εκμεταλλευόταν κάθε ερέθισμα και εμπειρία για την περαιτέρω βελτίωσή του. Ηταν πνευματώδης, διέθετε οξεία αίσθηση του χιούμορ, ταλέντο στη μιμική αλλά και στο σκίτσο. Χαρακτηριστικός ο ενθουσιασμός ενός δασκάλου του στο σχολείο αντικρίζοντας την επιτυχημένη προσωπογραφία που του είχε φτιάξει ο νεαρός μαθητής του.

Η Γεωργία Σάνδη
Σημαντική ημερομηνία στη ζωή του Σοπέν στάθηκε η 2α Νοεμβρίου 1830, όταν- έχοντας ήδη γνωρίσει επιτυχία ως πιανίστας και συνθέτης- αποφάσισε να φύγει για την Αυστρία με απώτερο προορισμό αρχικά την Ιταλία, παίρνοντας μαζί του ένα ασημένιο κουπάκι με χώμα από την αγαπημένη του Πολωνία. Το ξέσπασμα της Επανάστασης του Νοεμβρίου στη χώρα του λίγες ημέρες αργότερα και η συνακόλουθη κατάπνιξή της από τους Ρώσους τον έκαναν να συνειδητοποιήσει για άλλη μία φορά, εξ αποστάσεως, την αγάπη του για αυτήν. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1831 έφτασε στο Παρίσι μη γνωρίζοντας ακόμη αν θα εγκατασταθεί οριστικά εκεί.

Στο Παρίσι ο Σοπέν ζούσε άνετα, συνθέτοντας και παραδίδοντας μαθήματα. Το 1836, σε μια κοινωνική εκδήλωση, γνώρισε τη γυναίκα η οποία- ύστερα από κάποιες άτυχες ιστορίες με συμπατριώτισσές του- θα έπαιζε μοιραίο ρόλο στη ζωή του: τη γαλλίδα συγγραφέα και φεμινίστρια Γεωργία Σάνδη. Στην αρχή εκείνος την αντιπάθησε, εν τούτοις ως το καλοκαίρι του 1838 ο δεσμός τους ήταν κοινό μυστικό. Στη Σάνδη οφείλονται ορισμένες πολύ χρήσιμες περιγραφές του Σοπέν. Σχολιάζοντας τον φλογερό πατριωτισμό του, εκείνη τον είχε κάποτε χαρακτηρίσει «πιο Πολωνό κι από την ίδια την Πολωνία», ενώ σε ό,τι αφορά τη δημιουργική διαδικασία είχε αναφερθεί στη γέννηση της έμπνευσης και στην επίπονη επεξεργασία της- ορισμένες φορές μέσα από πραγματική ψυχική ταλαιπωρία, δάκρυα και παράπονα- με αμέτρητες αλλαγές στην αρχική σύλληψη μόνο και μόνο για να επιστρέψει, κάποια στιγμή, στο σημείο εκκίνησης.

Καθώς η- ανέκαθεν εύθραυστη υγεία του Σοπέν χειροτέρευε, η Σάνδη μεταβαλλόταν σταδιακά από ερωμένη σε νοσοκόμα. Το 1845 η σχέση τους πέρασε μια σοβαρή κρίση η οποία επιδεινώθηκε την επόμενη χρονιά, με αποτέλεσμα το 1847 να χωρίσουν οριστικά. Για τη μεταξύ τους ιστορία έχουν κυριολεκτικά χυθεί τόνοι μελανιού. Εντυπωσιακή είναι πάντως η μαρτυρία μιας κοινής τους φίλης η οποία την έζησε από κοντά από την αρχή ως το τέλος: «Αν δεν είχε γνωρίσει τη Σάνδη, η οποία δηλητηρίασε όλη του την ύπαρξη» έγραφε «ο Σοπέν θα έφτανε ως τα βαθιά γεράματα».


Τον Φεβρουάριο του 1848 εμφανίστηκε για τελευταία φορά στο Παρίσι. Ακολούθησαν κάποιες συναυλίες στο Λονδίνο και τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου επέστρεψε στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου έζησε στερημένα το τελευταίο διάστημα της ζωής του, έχοντας στο πλευρό του τη μεγαλύτερη αδελφή του. Αφησε την τελευταία του πνοή τα ξημερώματα της 17ης Οκτωβρίου 1849, σε ηλικία 39 ετών, από φυματίωση, περιστοιχισμένος από λίγους εκλεκτούς φίλους. Αργότερα, πολλοί ήταν εκείνοι που δήλωναν ότι βρέθηκαν κοντά στον Σοπέν τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, καθώς κάτι τέτοιο θεωρούνταν τεκμήριο κύρους.

Σύμφωνα με επιθυμία του, η καρδιά του αφαιρέθηκε και μεταφέρθηκε στη Βαρσοβία, ενώ το σώμα του αναπαύθηκε στο νεκροταφείο Ρére-Lachaise του Παρισιού, όπου ο τάφος του αποτελεί έκτοτε πόλο έλξης αναρίθμητων επισκεπτών...

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=4&artId=286260&dt=03/01/2010#ixzz11PxAV7Tb

της ΙΣΜΑΣ Μ. ΤΟΥΛΑΤΟΥ | Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=4&artId=286260&dt=03/01/2010#ixzz11PwxmFRn

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Κρητικός

Ένας τρόπος για να ξεκινήσει κανείς τον Κρητικό του Σολωμού, μια μαθητική μπάντα και μια ενδιαφέρουσα εκτέλεση!

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Καλό ταξίδι, δάσκαλε!

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Παναγιώτη Μουλά γιατί ανέδειξε τη νεοελληνική λογοτεχνία και έκανε όλους εμάς, που είχαμε την τύχη να τον έχουμε καθηγητή, να την αγαπήσουμε. Οφείλω να ομολογήσω ότι ακόμη θυμάμαι τις παραδόσεις του και φυσικά ακόμη συμβουλεύομαι τις μελέτες του για τη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΤΡΑΤΗΣ ΔΟΥΚΑΣ Η ιστορία ενός οδοιπόρου

Είναι ένα κρύο πρωινό του Δεκέμβρη. Η βροχή που πέφτει εδώ και μέρες έχει μετατρέψει σε βαλτότοπο τους δρόμους ενός μικρού μακεδονικού χωριού. Ο ουρανός βαρύς, ο ορίζοντας χαμένος μες στα σύννεφα. Το ίδιο χαμένοι μοιάζουν και οι λιγοστοί άνθρωποι που κυκλοφορούν στα λασπωμένα δρομάκια. Ανάμεσά τους κι ένας ψηλόλιγνος άντρας, ντυμένος διαφορετικά από τους υπόλοιπους διαβάτες, που κατευθύνεται προς το μοναδικό καφενείο της πλατείας. Μπαίνει και κάθεται σ΄ ένα τραπεζάκι στην πιο απόμερη γωνιά. Οι χωρικοί τον κοιτούν περίεργοι. Μπας και είναι κάνας δοσατζής; Μήπως άνθρωπος της κυβέρνησης για να τους φορολογήσει; Οι κουβέντες που φτάνουν στ΄ αφτιά του ξένου είναι ίδιες κι απαράλλακτες από τα στόματα όλων των χωρικών: «Φόροι, εντάλματα, εισπράκτορες, εκχερσώσεις, δάνεια, δάνεια, δάνεια...». Προσεκτικά και χωρίς να τον πάρει κανείς είδηση, ο άντρας βγάζει ένα μπλοκάκι και μες στο ντουμάνι απ΄ τον καπνό σημειώνει όσα ακούει. 
Βρισκόμαστε στα 1928, στο Στουπί Πιερίας, και ο γραφιάς δεν είναι άλλος από τον Στρατή Δούκα. Η σκηνή είναι καίρια και καθοριστική τόσο για την ψυχική υγεία του ίδιου όσο και για την εξέλιξη της τέχνης που υπηρετεί· από στιγμή σε στιγμή πρόκειται να κάνει την εμφάνισή του ένας άνθρωπος, που άθελά του θα προκαλέσει τη συνάντηση του τυχαίου με την ιστορία και απ΄ αυτό το σμίξιμο μέλλεται να γεννηθεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της νεοελληνικής πεζογραφίας, η Ιστορία ενός αιχμαλώτου. 
Πράγματι, σε λίγο ένας ξανθωπός χωρικός κάνει την εμφάνισή του. Η φωνή που θα ακουστεί από κάποιον θαμώνα: «Α, να κι αυτός που ντύθηκε Τούρκος για να γλιτώσει!», διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον Δούκα. Καρφώνει τα μάτια στον καινούργιο πελάτη του καφενέ και τον παρακολουθεί πώς ρουφάει αμίλητος το ούζο, πώς είναι η κοψιά του, πώς κοκκινίζει σε κάθε κουβέντα που του απευθύνουν. Η ώρα περνάει. Και μαζί με την ώρα και τα απανωτά ποτηράκια, περνάει μπροστά από τα μάτια του πρόσφυγα η περιπέτεια που έζησε στην Ανατολία λίγα χρόνια νωρίτερα. Και από τη στιγμή που η θύμηση του παίζει τέτοια παράξενα παιχνίδια, μήπως θα ΄ταν καλό να διηγηθεί την περιπέτειά του να την ακούσουν όλοι; Ετσι λοιπόν, μες στη νεκρική ησυχία του καφενείου και μ΄ έναν άγνωστο να τον παρακολουθεί και να σημειώνει τα λεγόμενά του, ο Ανατολίτης αρχίζει και λέει όσα έζησε στην παλιά πατρίδα του, προτού την κάνουν δική τους οι τσέτες. 
Ο Δούκας στο μεταξύ ακούει και σημειώνει. Μέσα του έχει ξυπνήσει το αδηφάγο τέρας της συγγραφικής περιέργειας κι αυτός το ταΐζει με ό,τι καλύτερο διαθέτει εκείνη τη στιγμή: την προσωπική ιστορία ενός βασανισμένου ανθρώπου. Αισθάνεται άγρια χαρά. Τέτοια ιστορία από τον πόλεμο της Μικρασίας, όπου και ο ίδιος πήρε μέρος, δεν έχει ξανακούσει. Νιώθει ζαλισμένος. Και όταν κάποια στιγμή ο πρόσφυγας τερματίζει την αφήγησή του, σηκώνεται, τον πλησιάζει και, ίσως για να δείξει πως όλα αυτά που άκουσε είναι αληθινά και όχι κάνα παραμύθι, βάζει μπρος του τις σελίδες και του λέει: «Βάλε την υπογραφή σου». Και εκείνος με χέρι τρεμάμενο γράφει το όνομά του, που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στα συγγραφικά πράγματα της χώρας: Νικόλας Καζάκογλου. Το βράδυ στη νοικιασμένη κάμαρα ο Δούκας ξαναδιαβάζει αυτά που έχει γράψει. Παρατηρεί με μεγαλύτερη τώρα άνεση όσα διηγήθηκε ο άνθρωπος του καφενέ και συνειδητοποιεί πως στα χέρια του κρατάει έναν μικρό θησαυρό. Γι΄ αυτό το πρωί της επομένης πηγαίνει και χτυπάει την πόρτα του δωρητή του. Ο Δούκας θα μείνει αρκετές ώρες μαζί του. Τόσες ώστε γνωρίζονται καλύτερα, ενώ στο τέλος τον παρακινεί να γράψει ένα γράμμα στον Χατζή-Μεμέτη, τον Τούρκο που τον είχε στη δούλεψή του, εξηγώντας του όλη την αλήθεια και ευχαριστώντας για την ιδιότυπη φιλοξενία. Τον προτρέπει μάλιστα να κλείσει την επιστολή με τα απαράμιλλα φιλάνθρωπα λόγια: «Οσοι γνωρίζουν από κόσμο, ξέρουν πως όλα αυτά είναι από τον Θεό». 
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας κατά καιρούς την Ιστορία ενός αιχμαλώτου, είχα μια μεγάλη απορία: Τι πρόσφερε στη διήγηση του Νικόλα Καζάκογλου ο Στρατής Δούκας; Τι πρόσφερε η λογοτεχνία στην αφήγηση του πρόσφυγα, πέρα από μια διάσωση ολωσδιόλου τυχαία; Και, εντέλει, τι οφείλει η λογοτεχνία στην Ιστορία και πώς αυτή της ανταποδίδει το όποιο χρέος; 
Ετσι λοιπόν ξεκίνησα να ασχολούμαι με την Ιστορία ενός αιχμαλώτου και τη ζωή του Δούκα γενικότερα, για να καταλήξω στη μυθιστορηματική βιογραφία Στρατής Δούκας- Ιστορία ενός οδοιπόρου (Ηλέκτρα, 2006). Ηταν μια δεύτερη καταβύθιση στο 1922 και στα πάθη του, καθώς εκείνη την περίοδο ετοίμαζα το μυθιστόρημα Καιρός για θαύματα (Κέδρος, 2007), που κι αυτό έχει να κάνει με Ελληνες και Τούρκους, αλλά σε άλλη διάσταση και με διαφορετικής πνοής πρωταγωνιστές. Στην Ιστορία ενός οδοιπόρου βάζω τον Στρατή Δούκα στη θέση του Καζάκογλου να αφηγείται τον βίο του σ΄ έναν δημοσιογράφο που δεν ονοματίζεται, μα στον οποίο χρωστάω πολλές ανέκδοτες αφηγήσεις από τη γνωριμία του με τον Δούκα. Τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια απουσίας, μπορώ να αναφέρω το όνομά του. Είναι ο Γιώργος Πηλιχός.
Εφημερίδα το Βήμα: ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΚΡΙΒΟΥ | Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Εκθεση στο Αρχαιολογικό Μουσείο για τη δεισιδαιμονία και τη μαγεία στην αρχαιότητα

Το μαρμάρινο ανάγλυφο μπορεί να μην είναι ιδιαίτερης τέχνης, όμως η παράστασή του είναι αποκαλυπτική: ένας όρθιος νέος βρίσκεται «αντιμέτωπος» με δύο... μούντζες (σφακέλους στην αρχαία ελληνική, φάσκελα στη νέα). Και η ερμηνεία είναι σαφής αφού οι σφάκελοι ήταν στην αρχαιότητα μια μορφή κατάρας, η οποία εξασθενημένη έφθασε ως τη σύγχρονη εποχή. Το έργο αυτό, μαζί με αρκετά ακόμη της ίδιας θεματολογίας, πρόκειται να εκτεθεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο από τις 24 Σεπτεμβρίου στην έκθεση «Μάγοι, ξόρκια και φυλακτά: Η μαγεία στον αρχαίο και χριστιανικό κόσμο», στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς. 
 Μολύβδινα πλακίδια με κατάδεσμους (κατάρες), φυλαχτά, αγγεία με παραστάσεις μαγικών δράσεων, αναθήματα, κ.ά., περιλαμβάνονται στην έκθεση, η οποία αν και μικρή αποδεικνύει ότι η δεισιδαιμονία, η μαγεία και οι μάγισσες κάνουν την εμφάνισή τους ήδη από τη Νεολιθική εποχή και ίσως και ακόμη παλαιότερα. Οποιος ήθελε λοιπόν στην αρχαιότητα να καταραστεί κάποιον έγραφε ένα ανάλογο κείμενο επάνω σε μια μολύβδινη πλάκα και την τοποθετούσε σε τάφους «άωρων και βιαιοθανάτων», δηλαδή προσώπων οι οποίοι είχαν πεθάνει πριν από την ώρα τους και με βίαιο τρόπο. Και αν δεν έφθανε αυτό προχωρούσαν ακόμη περισσότερο, «καταπασσαλεύοντας» τον ατυχή, φτιάχνοντας δηλαδή ένα ομοίωμά του το οποίο κάρφωναν με καρφιά.

Αντίθετα, για την προστασία απέναντι σε εχθρικές επιβουλές ο άνθρωπος έπρεπε να καταφύγει σε φυλαχτά που θα απέτρεπαν το κακό. Πρακτική ευρέως διαδεδομένη, αφού ακόμη και ο Περικλής όταν αρρώστησε δέχθηκε να του βάλουν φυλαχτό. Φυσικά δεν έλειπαν και τα διάφορα δηλητήρια και φίλτρα, την κατασκευή των οποίων αναλάμβαναν οι μάγισσες φαρμακίδες, που είχαν, λέει, τη δύναμη να κατεβάζουν τη Σελήνη από τον ουρανό και να τη φυλακίζουν! Οι σφάκελοι εξάλλου, δηλαδή το άνοιγμα των πέντε δακτύλων της παλάμης, βρίσκουν την απαρχή της ερμηνείας τους στους «αποτυμπανισμούς» του 5ου π.Χ. αιώνα. Πρόκειται για τον τρόπο εκτέλεσης καταδικασμένων σε θάνατο, που γινόταν με το δέσιμό τους σε πέντε κρίκους καρφωμένους σε μια σανίδα η οποία έμενε όρθια ώσπου να πεθάνουν (στη συνέχεια τους πετούσαν σε μια ερημιά για να τους φάνε οι σκύλοι, περιοχή που ένεκα αυτού ονομάστηκε Κυνοσάργους).

Οσο για τους λόγους προσφυγής στη μαγεία άπειροι, με τους ερωτικούς να προηγούνται και να ακολουθούν οι δικαστικοί, αλλά και οι αθλητικοί! Πολύ συνηθισμένοι μάλιστα ήταν οι κατάδεσμοι κατά ηνιόχων και των αλόγων τους στον ιππόδρομο: «Οπως αυτός ο πετεινός καταδένεται στα πόδια, στα χέρια και στο κεφάλι,έτσι να καταδέσουν οι δαίμονες τα σκέλη, τα χέρια και το κεφάλι και την καρδιά των ηνιόχων».

Στην έκθεση ένας κατάλογος του μουσείου θα ενημερώνει τους επισκέπτες σε ποιες συλλογές του θα εντοπίσουν και άλλα αντικείμενα με το ίδιο θέμα, ενώ την Παρασκευή 24 και το Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου (ώρα 19.00- 21.00) θα γίνει στο μικρό αμφιθέατρο του μουσείου προβολή της μικρού μήκους γαλλικής ταινίας «Ερευνώντας τη Γη των Νεκρών», η οποία τιμήθηκε με το ειδικό βραβείο «Αρχαιολογία και Τέχνες» στο Φεστιβάλ ΑΓΩΝ 2010. Η ταινία παρουσιάζει τελετουργίες μαγείας στο αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού και δύο σημαντικά μαντεία της αρχαίας Ελλάδας (με ελληνικούς υπότιτλους).

ΙΝFΟ
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Πατησίων 44, Αθήνα, τηλ. 2108217.724) «Μάγοι, ξόρκια και φυλακτά: Η μαγεία στον αρχαίο και χριστιανικό κόσμο». Διάρκεια: 24 Σεπτεμβρίου-28 Νοεμβρίου.
Πηγή: Εφημερίδα, Το Βήμα. Μαρία Θέρμου,Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

Ένα όμορφο κομμάτι από την εποχή των Passengers

"Your Blue Room"

It's time to go again
To your blue room
Got some questions to ask of you
In your blue room

The air is clean
Your skin is clear
I've had enough fun hanging 'round here
It's a different kind of conversation
Your blue room

You saw me coming love
In outside
You saw me coming
Somewhere I can hide

And time is a string of pearls... your blue room
(You see that?)
See the future just hanging there... your blue room
A new frame, a new perspective
Looking down on my objectives
Your instructions whatever their directions
Your blue room / Your blue room

You saw me coming round
East by the moon
You saw me coming
But can you feel?

It's alright

Your blue room

One day I'll be back... your blue room
Oh yeah, I hope I remember where it's at... your blue room

You see me slide on
Won't you bring me back home?

So much for change

Zooming in
Zooming out
Nothing I can't do without
A lens to see it all up close
Magnifying what no one knows
Never in company
Never alone
No car alarm
No cellular phone

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

Προφανώς δεν είναι οι νέοι υπεύθυνοι!!!


Προσωπα
Της Pιτσας Mασουρα
Δύσκολα γράφεις για τους νέους. Ακόμη πιο δύσκολα μιλάς για λογαριασμό τους. Δεν θυμάσαι παρά λίγα από τα δικά σου νεανικά χρόνια και τις περισσότερες φορές τα θωρείς με την απόσταση και την πιθανή ωριμότητα που σε χωρίζει από αυτά. Οχι, δεν είναι σημερινή αυτή η δυσκολία. Υπήρχε και στο παρελθόν, όταν οι κοινωνίες αντιμετώπιζαν άλλου είδους προβλήματα και η αυταρχική ιεραρχία δεν άφηνε χώρο για να προβληθεί και να αναπτυχθεί η νεανική σκέψη. Τότε ένας ήταν ο κανόνας: Ολα όταν θα ’ρθει η ώρα! Και η ώρα ερχόταν, αλλά στο μεταξύ η τρελή κοψιά της νιότης είχε πετάξει και τα πρώην παιδιά, με γκρίζους πια τους κροτάφους συμπίεζαν άτσαλα τον χρόνο. Ή, η ώρα ερχόταν νωρίς, όταν το αγόρι έβγαζε το πρώτο του χνούδι πάνω από τα αυθάδη χείλη και πούλαγε όσο όσο τα όνειρά του για μια φτηνή δουλειά στο γειτονικό καρνάγιο.
Παρ’ όλα αυτά ακούω συχνά τους ανθρώπους να μιλούν με μεγάλη ευκολία για τους νέους. Να τους απαξιώνουν, να τους ισοπεδώνουν ή να τους θεοποιούν. Πολλοί γονείς έχουν άποψη για τα πάντα. Για το μεγάλωμα των παιδιών τους, για το σχολειό, για τις ξένες γλώσσες, για το τένις ή το σκουόζ! Τι είδους ανατροφή θα πρέπει να πάρουν, αν έχουν δικαίωμα να χαζολογούν στον δρόμο ανάμεσα στο σχολείο και το σπίτι, αν δικαιούνται να αφήνονται στους φόβους της εφηβείας, αν μπορούν να καπνίζουν, να κατεβαίνουν σε διαδηλώσεις, να δηλώνουν επαναστάτες... Προφανώς ο γονιός, έχοντας διανύσει τη δική του τεθλασμένη, έχει κάθε λόγο να οραματίζεται για το παιδί του ευθεία πορεία. Ενοχλούμαι όμως όταν οι μητέρες μαζεύονται τα πρωινά στους καφενέδες της πλατείας και περιγράφουν φανταστικές εικόνες από τη ζωή του παιδιού τους. Είναι παιδιά που ’χουν κατέβει στη γη από άλλον πλανήτη. Ετσι τα θέλει η μάνα. Δικά της, κτήμα της και με στόχο, όπως είπε ο Σκωτσέζος συγγραφέας Αντριου Ο’ Χέιγκαν (φωτ.), την απόκτηση τέτοιων εφοδίων που θα τους φέρουν χρήμα και πλούτο. Ισως γιατί, μέσα από τις δικαιολογημένες αγωνίες τους, ξεχνούν ότι αυτή η μύηση καταλήγει σε ανθρώπους λιγότερο ανθρώπινους.
Και είναι αληθινό αυτό που λέει ο Χέιγκαν. Αν και οι εξαιρέσεις είναι πολλές, δύσκολα αναλαμβάνουμε το κόστος να μυήσουμε τους νέους στο πεδίο της ουσιαστικής γνώσης. Στη λογοτεχνία, την αισθητική, την ηθική ή την πολιτική (εδώ, αντίθετα, τους μαθαίνουμε να την απαξιώνουν, καθώς δύσκολα διαχωρίζουμε τον πολιτικό από την πολιτική). Δεν τους διδάσκουμε την αυθεντικότητα της πράξης γενικότερα. Ασφυκτικά εγκλωβισμένοι στο ναρκισσιστικό εγώ μας, θυμίζουμε ξώφαλτσα τον Μεγάλο Γκάτσμπι (φωτ.) του Φιτζέραλντ και εμφυσούμε στον νέο την ιδέα για τη δόξα, το χρήμα και τον έρωτα.
Δεν είναι όμως μόνον οι γονείς που επιμένουν να ορίζουν το μέλλον των νέων ανθρώπων. Μερίδιο ευθύνης φέρουν ο πολιτικός και η συντεταγμένη πολιτεία. Αυτές τις μέρες του φθινοπώρου σκέπτομαι τους πολιτικούς, καθώς σε συγκυρίες περιέργες επιχειρούν να ανακοινώσουν ανακουφιστικά για τους νέους μέτρα. Αλλά αρκούν ένα ή δύο μέτρα για να καλύψουν τις ανάγκες του νέου ανθρώπου που μεγάλωσε σε κοινωνίες αφθονίας; Φαντάζομαι τους πολιτικούς στα επιτελεία, ενδεχομένως ανάμεσα σε ουίσκι και τσιπς, να συζητούν για την παιδεία και την κοινωνική αναλγησία. Υποκριτές! Ξεχνούν ότι οφείλουν να ξεπεράσουν τα όριά τους και να δώσουν ελπίδες στους νέους που βλέπουν τούτες τις μέρες τα όνειρά τους να σκάνε στην ατμόσφαιρα σαν βεγγαλικά τη μέρα της γιορτής.
Κάποιοι θα υπομειδιούν με όσα ουτοπικά περιγράφω. Εχουμε συνηθίσει, παρά τη δυσκολία του καιρού, να βλέπουμε παντού νεολαίους αραχτούς. Τα ομοιώματά μας, δηλαδή. Και όμως, έχω συναντήσει νέους που δεν περνούν τις μέρες τους στους καφενέδες και δεν περιμένουν από κανένα να τους αλείψει βούτυρο στο ψωμί τους. Παλεύουν για τα πιστεύω τους, μας γυρίζουν την πλάτη, κάποιες φορές μας συγχωρούν για τα λάθη μας -δείγμα μεγαλοψυχίας και άγνοιας- αλλά όλο και πιο συχνά συζητούν για την επερχόμενη επανάσταση της μεσαίας τάξης, στην οποία οι περισσότεροι ανήκουν. Τους βλέπω να φοβούνται, να ταμπουρώνονται. Νομίζω ότι από στιγή σε στιγμή θα αποκτήσουν δαρβινικούς ρυθμούς, καθώς ο Δαρβίνος (φωτ.) εμμέσως έλεγε ότι αν χρειαστεί ο άνθρωπος δώδεκα δάκτυλα για να επιβιώσει θα τα αποκτήσει. Και είναι εδώ ακριβώς που απαιτείται η εγρήγορση του γονιού, του πολιτικού και του πνευματικού ανθρώπου. Η επανάσταση είναι ωραία στα λόγια, αλλά στην πράξη έχει θύματα. Και τα θύματα είναι συνήθως οι νέοι, όχι οι μεγάλοι.
Πηγή: Εφημερίδα Καθημερινή, 5-9-2010