Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Πατέρα στο σπίτι- Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μες στο γυαλί, είπε η μάνα μου, για­τί δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι.
-Χωρίς πεντάρα;
 -Ναι.
-Και τι έγινε ο πατέρας σου;
-Να, πάει να βρη άλλη γυναίκα.
Ήτο πενταετές παιδίον, ζωηρόν, με λαμπρούς μεγάλους οφθαλμούς, ρακένδυτον.* ………..
-Να, πάει να βρει άλλη γυναίκα.
Δεν ήτο η πρώτη φορά οπού το έβλεπα. …Κατά τας τοιαύτας δε ημέρας, ισαρίθμους με τας σελήνας του ενιαυτού,* μοι συμβαίνει, χωρίς να φροντίσω να πληρώσω μέρος των χρεών μου, να εξοδεύω μονοημερίς τα δυο τρίτα του ούτω πως εκβιασθέντος ποσού, φυλάττων φρονίμως το τρίτον δια τας επομένας τρεις εβδομάδας.
Έκραξα το παιδίον και του έδωκα μίαν πεντάραν. Εκείνο την έλαβεν, έβγαλεν έξω από τα χείλη την γλώσσαν, με μειδίαμα ευδαιμονίας, και ατενίζον με είπε:
- Δο μ' κι άλλη, μπάρμπα!
                                                                      * * *
    Δεν ήτο το μόνον παιδίον, το οποίον ήρχετο εις το μικρόν εκείνο παντοπωλείον της οδού Σ..., κατά την δυτικήν εσχατιάν* της πόλεως. Πτωχαί γυ­ναίκες έστελναν συνήθως τας πενταετείς ή επταετείς κορασίδας των δια να οψωνίσουν. Συνέβαινε καθ' εσπέραν να κάθημαι επί ημίσειαν ώραν και πλέον, συνομιλών με δύο ή τρεις φίλους, πίνοντας το ορεκτικόν των, εις το μικρόν μαγαζίον, ενίοτε δε να λαμβάνω εκεί το λιτόν δείπνον μου. Πολλά­κις τριετή νήπια ψελλίζοντα τα έστελναν αι προκομμέναι αι μητέρες των, με επικίνδυνα ποτήρια ή φιαλίδια εις τας χείρας, δια ν' αγοράσουν κασί ή λάι ή λυκάζι.* Εν τούτων εζήτει να του δώσουν ένα κουμπί (σκουμβρί), άλ­λο εζήτει μια πεντάρα πίτα (σπίρτα). Την γλώσσαν των μόνος ο νεαρός παντοπώλης, ο φίλος μου, ήτο ικανός να την εννοή. Ο ίδιος εσπλαγχνίζετο ε­νίοτε και έστελνε προπομπούς* τους ιδίους του υπηρέτας έως την θύραν των μικρών παιδιών, δια να φθάσουν ταύτα ασφαλώς εις την μητέρα των.
     Συχνά συνέβαινε να ξεχάση η μικρά παιδίσκη, πενταέτις ή εξαέτις, το είδος, το οποίον εστάλη ν' αγοράση, και να είπη άλλα αντ' άλλων.
     Εντεύθεν παράπονα, διαμαρτυρίαι εκ μέρους των μητέρων, ύβρεις κα­τά του μπακάλη. Πάντοτε τον μπακάλην έβγαζαν πταίστην. Το παιδί ποτέ δεν έπταιε.
       Άλλοτε συνέβη να του πέση εις τον δρόμον το μισό το ρύζι, ή να φάγη την μισήν την ζάχαριν. Τότε η μήτηρ ή η γιαγιά κατήρχετο η ιδία, και ύ­βριζε τον μπακάλην, λέγουσα ότι τέτοιος ήτον, τον ήξευρεν αυτή, όλο ξίκικα* επώλει· μ' αυτά εζητούσε να πλουτίση κι αυτός. Και δύναμαι να μαρτυρήσω ότι ο μπακάλης ήτο, ως εμπορευόμενος και ως άτομον, τίμιος άνθρωπος. Άλλοτε πάλιν, ο μικρός ψωνιστής, το δεινότερον,* έχανε καθ' οδόν τα λεπτά, τα ρέστα, όσα έλαβεν από τον παντοπώλην. Πλην δια τού­το είχε ληφθή η πρόνοια να τυλίγωνται τα ρέστα εις χαρτίον, και κάποτε να δένωνται κομπόδεμα εις ράκος* και να εμβάλλωνται εις την τσέπην του μικρού. Και όμως πολλάκις εχάνοντο πεντάλεπτα και δεκάλεπτα και ολόκληροι λιμοκοντόροι.* Και πάλιν ο μπακάλης έπταιεν.
                                                                     * * *
Αλλ' ας επανέλθω εις το παιδίον περί ου* ο λόγος εν αρχή. Δεν είμαι πο­τέ πολυπράγμον*, αλλ' ο φίλος μου ο μικρός παντοπώλης ήξευρεν, ως ει­κός, όλα τα μυστικά της γειτονιάς. Ήτο γενικός θεματοφύλαξ* των αλλό­τριων* υποθέσεων. Δεν ηξεύρω αν το βλέμμα μου του εφάνη ερωτηματικόν, αλλ' όταν ευκαίρησεν, αυθόρμητος ήρχισε να μου διηγήται την ιστορίαν.
     Προ εννέα ετών ο Μανόλης ο Φλοεράκης είχε νυμφευθή την Γιαννούλαν Πολυκάρπου. Εκ της συζυγίας ταύτης εγεννήθησαν πέντε τέκνα, εξ ων το τρίτον ήτο το παιδίον εκείνο.
      Ο Μανόλης ήτο ξυλουργός, αλλά δεν διέπρεπε πολύ επί φιλοπονία.* Ειργάζετο, οσάκις είχεν εργασίαν, από την Τρίτην έως την Παρασκευήν. Το Σάββατον πρωί του επονούσεν αίφνης η μέση του, την Δευτέραν του επονούσε το κεφάλι. Εννοείται ότι διήρχετο εν κραιπάλη* από το Σάββα­τον εσπέρας έως την Δευτέρα πρωί.
Η γυνή ήτο φίλεργος.* Είχε ραπτικήν μηχανήν και κατεσκεύαζεν υπο­κάμισα. Εκέρδιζεν ούτω εν τάλιρον την εβδομάδα, το οποίον, προστιθέμενον εις τας δεκατρείς ή δεκατέσσαρας δραχμάς, όσας εκέρδιζεν εκεί­νος, και εκ των οποίων τα ημίση του εχρειάζοντο δια το τακτικόν μεθύσι της Κυριακής, μόλις ήρκει προς συντήρησιν της οικογενείας.
     Πλην η οικογένεια ηύξανε, σχεδόν κάθε χρόνον. Ανά εν κουτσουβέλι,* ή κατσιβέλι,* εγεννάτο τακτικά κάθε δεκαοκτώ μήνας, με κανονικότητα απελπιστικήν. Η οικογένεια ηύξανεν, αλλά το εισόδημα ηλαττούτο. Η ερ­γασία εγένετο σπανιωτέρα. Η ραπτική μηχανή παρερρίφθη εις μίαν γωνίαν, ετέθη εις αχρηστίαν. Η Γιαννούλα, μη προφθάνουσα ν' απογαλακτίση εν μωρόν, και αρχίζουσα να βυζάνη αμέσως άλλο, μόλις επαρκούσα δια να πλύνη ράκη, δεν είχε πλέον καιρόν να ράπτη υποκάμισα.
     Ο Μανώλης δεν έπαυσε να μεθύη τακτικά από το Σαββατόβραδον έως το εξημέρωμα της Δευτέρας. Η Γιαννούλα δεν είχε πλέον δεύτερον φό­ρεμα. Τα παιδιά δεν είχον πάντοτε ψωμί. Η εστία σπανίως ήτο αναμμένη. Η γυνή εγόγγυζεν. …….
      Η ραπτική μηχανή είχε δοθή ενέχυρον δια δύο εικοσιπεντάρικα, τα ο­ποία θα εχρησίμευαν δια τα γεννητούρια του τελευταίου μωρού και δι' άλλας χρείας. Τα δύο εικοσιπεντάρικα δεν επεστράφησαν, και η μηχανή εκρατήθη.
                                                                                * * *
        Εις τοιαύτην κατάστασιν ήτο η οικία, όταν εισεχώρησεν ο κουμπάρος εντός.
       Ο κουμπάρος ήτο άγαμος και τεσσαροκοντούτης, παχύς, ευμορφάνθρωπος με πλατύ ζουνάρι. Ήτο μέγας και πολύς, κομματάρχης ενός των πολιτευτών της Αττικής, είχε κερδίσει χρήματα από κάτι ενοικιάσεις. Ήτο άνθρωπος μ' επιρροήν.
      Κατ' αρχάς ήρχετο άπαξ του μηνός. Είτα ήλθε δις εις μίαν εβδομάδα, φέ­ρων κρέας και μικρά τίνα δώρα δια τα παιδία. Κατόπιν ήρχισε να έρχεται ημέραν παρ' ημέραν. Τέλος ήρχετο καθ' εκάστην, φέρων πάντοτε οψώνια.
     Τις οίδε ποίους σκοπούς έτρεφεν ο κουμπάρος. Πλην η Γιαννούλα ήτον τίμια, όσον και πάσα άλλη.
    Η Γιαννούλα ήτον τίμια, αλλ' ο Μανώλης ήτον ζηλιάρης. Και μετά πολλά εσπερινά δείπνα τα οποία έφαγεν εις την οικίαν ομού με τον κουμπάρον, μετά πολλάς δε πρωινάς σκηνάς τας οποίας έκαμεν εις την γυναίκα του, ήρχισε να μην είναι συνεπής εις τίποτε, κάποτε μάλιστα να ξενοκατιάζη.*
      Της είχε διηγηθή πολλάκις ότι, πριν την πάρη, είχε μία φιλενάδα. Εκείνη είχε νυμφευθή έκτοτε, ίσως χωρίς παπά, καθώς συνηθίζεται κάποτε εις την πτωχήν συνοικίαν. Τώρα φαίνεται ότι την είχε ξανανταμώσει, αυτήν την πάλαιαν γνωριμίαν, και δια τούτο έλειπεν από το σπίτι βραδιές βραδιές.
     Όσο δια την Γιαννούλαν, το μόνον έγκλημα της ήτο ότι, ίσως, είχε πολιτέψει* τον κουμπάρον, και δεν τον είχε διώξει μίαν και καλήν. Ο κου­μπάρος ήξευρε, βλέπετε, από πολιτικήν, και αυτή, ως γυνή οπού ήτον, ήξευρεν από ψευτοπολιτικήν. Πλην οι γειτόνισσες δεν ήσαν επιεικείς, και την εκακολόγησαν. Και εις των γειτόνων, ο κυρ-Ζάχος ο Ξεφαντούλης, ή­το της αρχής ότι έπρεπεν ο ενδιαφερόμενος «να ξέρη τι τρέχει». Και η υ­στεροβουλία, η λανθάνουσα και αυτόν τον ίδιον, ήτο να εύρη διασκέδασιν αυτός με τες φωνές, με τες κατακεφαλιές, με τα τραβήγματα των μαλ­λιών και με το χώρισμα του ανδρογύνου.
     Αυτό θα ειπή να σου θέλη τις το καλόν σου, να κήδεται* της τιμής σου, δηλαδή. Να σε βάλη να σκοτωθής.
                                                                         * * *
Μετά τελευταίαν φοβεράν σκηνήν, από την οποίαν η Γιαννούλα εβγήκε με μισήν πλεξίδα, με εν μάγουλον αιματωμένον, και με σχισμένον υποκάμισον -και όλοι οι φρονιμότεροι άνθρωποι της γειτονιάς έτρεφον την πεποίθησιν, την οποίαν συμμερίζεται και ο γράφων, ότι η Γιαννούλα ήτον αθώα- ο Μανώλης έγινεν άφαντος. Επήγε να ενταμώση οριστικώς την πάλαιαν του γνωριμίαν.
     Ο κουμπάρος εν τω μεταξύ είχε παύσει τας συχνάς επισκέψεις του. Είχεν αρραβωνισθή. Γεροντοπαλίκαρον ακμαίον, καλοκαμωμένος, ευμορφάνθρωπος, με πλατύ ζουνάρι, κομματάρχης, μέγας και πολύς, κερδίσας χρήματα από τας ενοικιάσεις, επόμενον ήτο να εύρη νύμφην με προίκα.
      Η Γιαννούλα τον είχε πολιτέψει η πτωχή. Μόνον τούτο το αμάρτημα είχε πράξει. Αλλά τα παιδιά επεινούσαν. Πλην εκείνος εβαρύνθη να περιμένη, κι έφυγε με την ώραν του.
     Και η Γιαννούλα έμεινε με τα τέσσαρα παιδιά - το πέμπτον είχεν απο­θάνει, ανακληθέν* ενωρίς υπό του Πολυευσπλάγχνου και Πανσόφου εις τον κήπον τον ανθηρόν, εις το ωραίον περιβολάκι με τα κρίνα και με τους ναρκίσσους, μετά των οποίων φυτεύονται και ανθούσιν εσαεί* και τα ά­κακα νήπια - έμεινε, λέγω, με τα τέσσαρα παιδία, χωρίς πατέρα, και χω­ρίς κουμπάρον.
     Έμεινε χωρίς άρτον εις το ερμάρι και χωρίς φωτιάν εις την εστίαν, χω­ρίς φόρεμα, χωρίς στρωμνήν, χωρίς σκέπασμα, χωρίς χύτραν και χωρίς στάμναν και χωρίς ραπτικήν μηχανήν!
    Και το τρίτον παιδίον, ο Μήτσος, εκείνο το οποίον έβλεπα, ήρχετο εις το παντοπωλείον, και εζήτει από τον μικρόν μπακάλην, όστις ήτο ακριβής εις τα σταθμά,* αλλά δεν εννόει από ελεημοσύνην, ήρχετο και εζήτει να του στάξη «μια σταξιά λάδι στο γυαλί», αυτό το οποίον θα ήτο άξιον να στάξη μίαν σταγόνα νερού εις πολλών πλουσίων χείλη, εις τον άλλον κόσμον.
     Και ητιολόγει την αίτησίν του λέγον:
-  Δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι!

Ερωτήσεις:
1.      Να βρείτε στο κείμενο τρία σημεία που αποκαλύπτουν τον ηθογραφικό χαρακτήρα του διηγήματος
2.      Ποια είναι η αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα; (πρόσωπο αφήγησης, αφήγηση, διάλογος, οπτική, χρόνος)
3.      Ποια είναι η θέση της γυναίκας την εποχή του συγγραφέα; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
4.      Να βρείτε μία ομοιότητα και μία διαφορά στο περιεχόμενο των δύο κειμένων του Παπαδιαμάντη «Πατέρα στο σπίτι» και «Γυνή Πλέουσα».
Ὅταν ὁ Μανώλης, ὡς φρόνιμος νέος, ἐκάθισεν εἰς τὸν ἔξω θάλαμον, ἀκούων μὲ μεγάλην ἡδονὴν τὸ πιπίρισμα τοῦ βουτύρου εἰς τὸ τηγάνιον, αἰσθανόμενος τὴν κνῖσαν εἰς τοὺς ρώθωνάς του, ἐκάθισε βλέπων ἔξω διὰ τοῦ παραθύρου, κρατῶν ἐπὶ τῶν γονάτων τὸ ἀναγνωσματάριον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνοίξει ἀνάποδα ἐξ ἀπροσεξίας· ἤρχισε τότε νὰ μιαουρίζῃ τάχα ὡς νὰ ἐδιάβαζε, καὶ ἦτον ἕτοιμος νὰ κάμῃ μεγαλοφωνότερον τὸ μορμύρισμά του, ἐὰν τυχὸν ἔβλεπε τὸν πατέρα του ἐρχόμενον πρὸς τὴν οἰκίαν.
Ἤκουσε τὴν φωνὴν τῆς μητρός του:
― Μανώλη!
― Τί θέλεις, μάννα;
Πάραυτα ἐσηκώθη κ᾿ ἔτρεξεν εἰς τὸν χειμερινὸν θάλαμον. Δὲν θὰ ἠρκεῖτο πλέον, ὅπως τὰς ἡμέρας ὅπου ἔλειπεν ὁ πατήρ του, ἅμα ἦλθεν ἀπὸ τὸ σχολεῖον, νὰ πετάξῃ τὰ βιβλία του, ν᾿ ἀνοίξῃ μὲ κρότον τὸ δουλάπι, νὰ στραβοκόψῃ τεμάχιον ἄρτου, νὰ σπρώξῃ ἀτάκτως πάλιν τὴν θυρίδα τοῦ δουλαπίου, καὶ νὰ τὴν ἀφήσῃ μισοανοικτήν, ὄχι ἀσφαλῆ ἀπὸ τὰς ἐφόδους τῆς γάττας· αὐτὴν τὴν φορὰν ὑπῆρχε κάτι καλύτερον.
―Ἀκόμα, μάννα, δὲν ἔγιν᾿ ἡ τυρόπιττα;
―Ἄκουσε, παιδί μ᾿ Μανώλη, νὰ σ᾿ πῶ ἕνα κρυφούτσικο· ξέρεις τὸν Γιαννιό, τὸν Κισσιώτη, ὅπου σ᾿ ἔστελνα κ᾿ ἐγέμιζες τὴν μποτίλια κρασί;
― Πῶς.
― Νὰ πᾷς νὰ τοῦ πῇς…
― Νὰ μ᾿ δώσῃς τυρόπιττα…
― Τώρα, νὰ ψηθῇ πρῶτα… Ὅσο νὰ πᾷς καὶ νὰ ᾽ρθῇς, θὰ γένῃ… Νὰ πᾷς νὰ πῇς τοῦ Κισσιώτη…
― Τί;
― Κεῖνα τὰ βερεσέδια, πές, ὅπ᾿ τοῦ χρωστῶ, μὴν πιάσῃ, πές, τὸν πατέρα σ᾿ κ᾿ ἐγὼ θὰ κάμω νόμο-τρόπο*. Ἄκουσες;
― Ναί.
― Σῦρε, τρέχα γλήγορα, νὰ τ᾿ πῇς, καὶ νὰ ᾽ρθῇς… Νά, ἔφτυσα…
Ἔκαμε σημεῖον ὡς νὰ ἔπτυεν ἐπὶ τῆς παλάμης. Τὸ παιδίον ἐκοίταζεν ἀκόμη κατὰ τὸ τηγάνι.
― Δῶ ᾽μ᾿ πρῶτα, λιγάκι τυρόπιττα.
― Δὲν ἔγιν᾿ ἀκόμα… ὣς ποὺ νὰ ᾽ρθῇς πίσω θὰ γένῃ… Τρέχα… πήγαινε… Μὴ περάσ᾿ ὁ πατέρας, καὶ τόνε πιάσῃ… Τ᾿ ἄκουσες, τί σοῦ ᾽πα νὰ τ᾿ πῇς;
― Ναί.
― Πῶς θὰ τ᾿ πῇς;
― Νά κεῖνα τὰ βερεσέδια… μὴν τὰ πιάσ᾿ ὁ πατέρας… καὶ σὺ θὰ κάμῃς τὸν ὦμο τρόπο…
―Ὄχι μὴν τὰ πιάσ᾿ ὁ πατέρας… Αὐτὸς νὰ μὴ πιάσῃ τὸν πατέρα σ᾿ καὶ τὰ γυρεύῃ… κ᾿ ἐγὼ θὰ τὰ πληρώσω. Κατάλαβες;
― Πῶς.
― Πήγαινε, τρέχα… νά ᾽χῃς τὴν εὐκή μ᾿.
― Δῶ᾽ μ᾿ τυρόπιττα… Νά, τώρα ἔγινε, νά, θὰ καῇ…
Ἡ Καραβοκυροὺ ἐγύρισε τὴν πίτταν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν. Ἔπειτα ἐφύσησεν, ἐβίασε τὴν φωτιὰν καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν τῆς ὥρας καυμένην ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν, μισοψημένην ἀπὸ τὴν ἄλλην, τὴν ἐκένωσεν εἰς μέγα πινάκιον, καὶ ζεστὴν καυτήν, τὴν ἔκοψε κ᾿ ἔδωκε μέγαν κόμματον εἰς τὸν υἱόν της.
Ὁ Μανώλης κρατῶν τὸ τεμάχιον τῆς τυρόπιττας, καιόμενος, φυσῶν καὶ μεταφέρων ἀπὸ τὴν μίαν εἰς τὴν ἄλλην χεῖρα, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐμάσα, καὶ ἤρχισε νὰ καταβαίνῃ τὰ σκαλοπάτια τῆς οἰκίας.



Δεν υπάρχουν σχόλια: