Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Τις καλύτερες των ευχών για τους αναγνώστες τούτου του ιστολογίου

Επειδή όπως αποδεικνύεται  όλα είναι ζήτημα επιλογών, ας λάμψουμε μέσω της φύσης μας, ακόμη κι αν δεν το έχουμε ας κάνουμε μια προσπάθεια

Shiny happy people laughing

Meet me in the crowd
People, people
Throw your love around
Love me, love me
Take it into town
Happy, happy
Put it in the ground
Where the flowers grow
Gold and silver shine

(chorus)
Shiny happy people holding hands
Shiny happy people holding hands
Shiny happy people laughing

Everyone around
Love them, love them
Put it in your hands
Take it, take it
There's no time to cry
Happy, happy
Put it in your heart
Where tomorrow shines
Gold and silver shine

(repeat chorus)

Hey, here we go!

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011


And I've gone silver on my travels,
growing silver in my sideburns. I'm starting to unravel her, 
My heartbeats on a djembe,
I counted eighteen on my pulse as Kilrenny Church struck three for three o'clock.

Waters

And you said twelve years in retirement.
The hours go by like sips of water. The record lies unbroken,
and no doubt, it's white flour in my diet.
It's going to be the death of me, sweet drumroll for those embittered big ideas.

It's such a waste of all that I had.

You mentioned bats in the attic, 
so now you're lifting up the tiles to get around these conservation rules.
I walked down in the basement.
I'm hanging upside down. I gag across my mealy mouth.
And how I'll laugh, I've loved about that.
When I read your simple novel, it uses all our real names.
And go make yourself a fortune,
there's nothing left for us then us left dangling just a little shamefaced.

It's such a waste of what we had.
And it's such a waste of all that we had.
And it's such a waste of all that I am.
Δεν ξέρω αλλά μου έφερε στο μυαλό την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, ίσως γιατί κι αυτός στην ποίησή του ασχολείται με το παρελθόν και κάνει μια αξιολόγηση όσων έχει βιώσει...σε μια άλλη διάσταση βέβαια από το παραπάνω ποίημα
Όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θα αγαπήσει στο φως...
Πόση ευγνωμοσύνη για όλους αυτούς τους ποιητές που μας κρατούν ζωντανούς και μας κάνουν να σκεφτόμαστε και να ονειρευόμαστε!

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Κοινωνία με ανάγκη απεξάρτησης


Oψεις
Tης Naomi Alderman* / The Guardian
Οταν η Μπέτι Φορντ, η οποία πέθανε την περασμένη εβδομάδα, αναφέρθηκε για πρώτη φορά δημοσίως, τη δεκαετία του ’80, στον εθισμό της στο αλκοόλ και στα χάπια, πρόσφερε ανακούφιση σε πολλούς. Αποκαλύπτοντας ότι ακόμα και η Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ υποφέρει από εθισμό, αναμφίβολα έκανε ευκολότερες χιλιάδες παρόμοιες συζητήσεις για άνδρες και γυναίκες που αδυνατούσαν να ομολογήσουν και να αντιμετωπίσουν τις ίδιες τις εξαρτήσεις τους.
Ακόμη τείνουμε να πιστεύουμε ότι είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε τους αλκοολικούς ή τους χρήστες ναρκωτικών, η Φορντ όμως υπογράμμισε το πρόβλημα των «λειτουργικών» εθισμένων, των τύπων που μπορούν να εξαπατούν τους άλλους και τον εαυτό τους ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. «Το μακιγιάζ μου δεν ήταν πασαλειμμένο ούτε τα μαλλιά μου αχτένιστα», παρατήρησε. «Φερόμουν κόσμια και ποτέ δεν τελείωσα ολόκληρο μπουκάλι, επομένως πώς ήταν δυνατόν να είμαι αλκοολική;» Ο κόσμος ανταποκρίθηκε στην εξομολόγησή της και εμπνεύστηκε από τον αγώνα της. Και το Κέντρο Μπέτι Φορντ έχει βοηθήσει χιλιάδες ανθρώπους να απεξαρτηθούν.
Βέβαια, αυτό που κάποτε ήταν μια θαρραλέα αποκάλυψη φαίνεται σήμερα να έχει γίνει πράξη ρουτίνας. Πολλοί διάσημοι άνθρωποι έχουν περάσει την πόρτα του Κέντρου Μπέτι Φορντ. Υποδέχομαι την είδηση για άλλη μια διασημότητα που αντιμετωπίζει εθισμό με μουντή θλίψη, ευχόμενη να καταφέρει να απεξαρτηθεί και ελπίζοντας να μην ξανακυλήσει. Δεν εκπλήσσομαι όμως. Φαίνεται σάμπως όλοι πλέον να είναι εθισμένοι σε κάτι.
Δεν είναι μόνο το αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Υποφέρουμε σήμερα από διάφορες νευρώσεις της αφθονίας – όχι ακριβώς εθισμούς, αλλά ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές με τις οποίες πολλοί από μας επιστρέφουμε σταθερά σε κάποια πηγή περίσπασης.
Επειδή γράφω για τα βιντεοπαιχνίδια, συχνά με ρωτάνε –κυρίως ανήσυχοι γονείς– αν πιστεύω στον εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια. Δεν πιστεύω –ο εθισμός είναι πολύ ισχυρή λέξη και πρέπει να την κρατάμε για τις ουσίες που προκαλούν σωματικά συμπτώματα στέρησης–, σίγουρα όμως πιστεύω στη νοσηρή εμμονή στα βιντεοπαιχνίδια. Τα παιχνίδια είναι ένας τρόπος να απομακρύνεσαι από τον πραγματικό κόσμο για λίγο. Δεν είναι όμως το μόνο πράγμα που χρησιμοποιούμε μ’ αυτόν τον τρόπο.
Η εύκολη πρόσβαση στην πίστωση επέτρεψε σε χαμηλού εισοδήματος ανθρώπους να γίνουν «ψυχαναγκαστικοί» καταναλωτές. Η πλημμύρα εικόνων στο Ιντερνετ έδωσε την ευκαιρία για την «πορνο-εξάρτηση». Και το ίδιο το Ιντερνετ –πηγή απεριόριστης πληροφόρησης– μπορεί να γίνει αντικείμενο εμμονής.
Μια από τις δυσκολότερες προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου είναι η αντιμετώπιση της αφθονίας. Και γίνεται ακόμα δυσκολότερη, επειδή αν παραδεχτείς το πρόβλημα, φαίνεσαι κακομαθημένος. Συχνά σκέφτομαι πώς ζούσε η γιαγιά μου: ποτέ δεν είχε διαβατήριο, ποτέ δεν ταξίδεψε έξω από τη χώρα, ποτέ δεν είχε τηλεόραση, έραβε μόνη της τα ρούχα της και η μεγαλύτερη ευχαρίστησή της ήταν να διαβάζει βιβλία που δανειζόταν από την τοπική βιβλιοθήκη. Με κάνει να νιώθω κακομαθημένη ομολογώντας ότι ξοδεύω χρήματα σε πράγματα που ούτε έχω ανάγκη ούτε επιθυμώ ιδιαίτερα, μόνο και μόνο επειδή βαριέμαι, ότι δυσκολεύομαι να κλείσω το Ιντερνετ και να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου. Υπάρχει λύση γι’ αυτές τις «χαμηλού προφίλ» εμμονές; Το Κέντρο Μπέτι Φορντ δεν θεραπεύει την εμμονή με το Facebook ή τη συνήθεια να βλέπεις τηλεόραση αντί να αντιμετωπίζεις τα συναισθήματά σου.
Συμμετέχω στο Σχολείο της Ζωής, ένα κοινωνικό εγχείρημα στο Λονδίνο με στόχο τη χρησιμοποίηση της φιλοσοφίας ως βοήθειας στη σύγχρονη ζωή. Σε ένα μάθημα όπου διδάσκω ασχολούμαστε με την αντιμετώπιση δύσκολων συναισθημάτων. Το να εκφράζεις την οργή ή το άγχος σου μπορεί να αποβεί βλαβερό. Ομως, όπως έχει πει ο φιλόσοφος Τζούλιαν Μπαγκίνι: «Οταν προσπαθείς να ψυχράνεις θερμά συναισθήματα, καταλήγεις είτε να τα καταστείλεις είτε να τα χάσεις εντελώς. Κανένα από τα δύο δεν είναι επιθυμητό». Τι να κάνουμε λοιπόν για να αντιμετωπίσουμε αυτά τα μπελαλίδικα συναισθήματα; Οχι πάντως ν’ ασχοληθούμε με το Τwitter. Ούτε να αγοράσουμε κάτι που δεν χρειαζόμαστε. Ούτε να ανοίξουμε την TV. Απλώς να τα νιώσουμε.
* Η κ. Ναόμι Αλντερμαν είναι συγγραφέας και ειδική στα βιντεοπαιχνίδια.

Και δύο υπέροχα τραγούδια...


Και μια θετική οπτική...


Η μεγάλη δημιουργική πλειοψηφία των Ελλήνων
Του Αλεξη Παπαχελα
Ας ξεφύγουμε λίγο από τη μιζέρια και την υστερία των ημερών... Αναμασάμε εδώ και μήνες την καραμέλα της ανάπτυξης και της ανάγκης για επενδύσεις και θέσεις εργασίας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι εξαιρετικά σημαντικό να επικροτούμε όλοι ό,τι θετικό γίνεται σ’ αυτόν τον τόπο, το οποίο φέρνει δουλειές, ανάπτυξη και χρήματα στη χώρα. Προχθές παρουσιάσθηκε ένα εκπληκτικό σχέδιο του Ρέντσο Πιάνο και του Ιδρύματος Νιάρχου για το αθλητικό πάρκο της Καλλιθέας, την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, τη νέα Εθνική Λυρική Σκηνή και το πάρκο στο Φάληρο. Πρόκειται για μια τεράστια επένδυση της τάξης του μισού δισ. ευρώ, που θα αλλάξει ριζικά την αθηναϊκή παραλία, η οποία βεβηλώθηκε βάναυσα από τα έργα των Ολυμπιακών Αγώνων και τις αυθαιρεσίες δημάρχων και νονών της νύχτας.
Καλό, όμως, είναι να θυμίσουμε τι πέρασε αυτό το έργο για να γίνει, πόσες αράδες ατέρμονης σαχλοφιλολογίας περί «δημοσίου χώρου» έχουν γραφεί για να το πολεμήσουν. Ο τοπικός δήμος δεν το ήθελε γιατί φιλοδοξούσε να πάρει όλη την έκταση, προφανώς για να τη διατηρεί στην κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι περισσότερες παρόμοιες δημοτικές εκτάσεις. Συνασπιζόμενοι επίδοξοι αρχιτέκτονες διαμαρτύρονταν γιατί το σχέδιο δεν έγινε από Ελληνα και γιατί κακώς εμπλέκονται «ιδρύματα του κεφαλαίου» στη διαχείριση δημόσιας γης. Ο καθένας με τον πόνο του και την τρέλα του πολεμούσε το έργο, όπως θα πολεμήσει το Ελληνικό και κάθε τι καινούργιο. Το έργο όμως ξεκινάει, και αυτό επειδή ήταν ένα από τα λίγα που πήρε πραγματικά στα σοβαρά ο Κώστας Καραμανλής, ο οποίος το παρακολούθησε από την αρχή έως το τέλος. Μου έκανε εντύπωση ότι κάποιοι φίλοι τόλμησαν χθες να το σχολιάσουν θετικά στο Διαδίκτυο στέλνοντας tweeters. Δέχθηκαν μια επίθεση μίζερης γκρίνιας, που κατέληγε σε εκείνο το γνωστό «μα με αυτά ασχολείσαι σήμερα;». Ναι, λοιπόν, με αυτά πρέπει να ασχοληθούμε και να τα πολλαπλασιάσουμε για να πάει μπροστά ο τόπος. Χρειαζόμαστε όραμα, όρεξη για φιλόδοξα σχέδια που ενίοτε (αν είναι δυνατόν!) μπορούν να αποφέρουν και κέρδη σε ιδιώτες. Χρειάζεται να δαμάσουμε τον κυνικό Ελληνα που έχουμε μέσα μας και είναι δύσπιστος και απαθής για τα πάντα. Για να γίνει, όμως, αυτό, η μεγάλη δημιουργική πλειοψηφία των Ελλήνων πρέπει να παλέψει και να απελευθερωθεί από την ομηρία μικροπολιτικών-δημάρχων, γκρουπού- σκουλων της άρνησης και όλων των άλλων, που αν τους ακούγαμε, το Φαληρικό Δέλτα θα ήταν σκουπιδότοπος και το 2015, αντί να κατασκευαστεί ένα λαμπρό έργο που θα φέρει δουλειές, ανάπτυξη και (επιτέλους) λίγη αισθητική.
http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_01/07/2011_1295644

Πόσο αληθινό!


Rage, rage against the dying of the light
Tου Nικου Γ. Ξυδακη
Υγρός και κρύος άνεμος ράπιζε το πρόσωπο στη λεωφόρο, έσπρωξε δάκρυα στα μάτια και τα δάκρυα κρυστάλλωσαν και διαθλούσαν φώτα, φώτα λευκά και κόκκινα, φώτα πράσινα, κίτρινα, χρυσά, φανοί πορείας, φλας, και φώτα-στολίδια που πάσχιζαν να δώσουν χρώμα εορταστικό στον παγωμένο δρόμο, στη μουδιασμένη πόλη, στους κατηφείς ανθρώπους. Πάλευαν τα φώτα να σχίσουν το υγρό σκοτάδι, να αραιώσουν την πυκνή θλίψη που τύλιγε την πόλη, πάλευαν σιωπηλά, όπως κάθε χρόνο, μα τώρα διαφορετικά.
Τα Χριστούγεννα είναι τα φώτα τους, είναι αστέρια, καμπάνες και γιρλάντες, στέφουν τους δρόμους, αναστατώνουν πλατείες, τυλίγονται σε δέντρα, αναβοσβήνουν μουσικά σε οικιακά μπαλκόνια, σημαίνουν κρυφές χαρές πίσω από γερτές κουρτίνες. Βλέπεις τα φώτα στις βεράντες και ακούς παλμούς ενοίκων, αφουγκράζεσαι ψυχές απόντων και κεκοιμημένων, που 'ρχονται φωτεινές και πεταρίζουν γύρω από κάγκελα και γλάστρες φυλλοβόλες, χτυπούν ανεπαισθήτως τον υαλοπίνακα, χνωτίζουν φευγαλέα, τόσο που να τις δουν μάτια παιδιού, σκορπούν μνήμη χρυσόσκονη και παίρνουν στεναγμούς. Τα σπίτια, η πόλη, οι άνθρωποι είναι τα φώτα τους.
Φέτος είναι λίγα. Κι άργησαν. Τα μπαλκόνια στέκουνε βουβά, χωρίς σφυγμό, τι να μαντέψεις; Χωρίς δέντρα. Με μαδημένες γλάστρες του Δεκέμβρη. Πολλές αναχωρήσεις, παλικάρια, γέροντες, μεσήλικοι, θα πεταρίζουν ολοχείμωνα χλωμές φωτίτσες να συντροφεύουν και να παρηγορούν. Να σχίζουν τη σκιά.
«Do not go gentle into that good night. / Rage, rage against the dying of the light.» Ο Ντύλαν Τόμας φωτίζει τις νύχτες μας, η βιβλική φωνή του έρχεται από το 1953 σ' ένα μικρόφωνο του BBC: «Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή. / Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή» (μτφρ. Νίκος Ράπτης). Σαν οιακισμός κεραυνού έρχεται ο ποιητής, αιφνίδιος, συνταρακτικός, με γράμμα φίλου, με μια σελίδα του Δικτύου, και καλεί τον πατέρα να μείνει εν οργή κόντρα στο σβήσιμο, να μη χαθεί αβρός, να φύγει μαινόμενος και όρθιος. Δώσ' μας κουράγιο, ποιητή, δώσε φωνή στη νύχτα:
Ανθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή
Τον Ηλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,
Ομως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει
Μάθαν, αργά πολύ, πως θλίψη τον γιομίσαν,
Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.
Ανθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,
Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί
Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι
όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Κ' εσύ πατέρα, απ' το θλιμμένο ύψος, από κει,
Δώσ' μου κατάρα και ευχή
με των δακρύων σου την ορμή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,
Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέρας
πρέπει να καίει και να μουγκρίζει.
Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.
Διαπλέεις την πόλη με μια σιγαλή μοτοσικλέτα, λούζεσαι φώτα, ακούς φωνές ζώντων και νεκρών, όλοι είναι παρόντες τούτη τη νύχτα, ο πατέρας του Ντύλαν Τόμας, ο πατέρας του Γκανά σαν τον δικό μου (Υπνε που παίρνεις τα παιδιά / πάρε και τον πατέρα· απ' τις μασχάλες πιάσ' τονε / σα νά 'ταν λαβωμένος. Οπου πηγαίνεις τα παιδιά / εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο / στις πλάτες του ν' αχνίζει), ο Διόνυσος-Αδης παραστάτης του Σικελιανού, διαλύουν το ζόφο, τινάζουν τη θλίψη απ' τις καρδιές, φωτίζουν τα βαριά Χριστούγεννα του 2011, θα τα θυμόμαστε τούτα τα Χριστούγεννα πάντα, σαν φώτα απ' τα μελλούμενα.
«Ω Διόνυσε-Αδη, θείε μας παραστάτη·
συγκράτα τις καρδιές μας με το μαύρο
του πόνου σου κρασί· δυνάμωνέ τις·
προφύλαξέ τις άγγιχτες, για κείνη
την ώρα, π' αναπάντεχα η κραυγή σου,
πιο από σεισμού βοή, θα μας σηκώσει,
με τους νεκρούς μαζί, στο θείο γιουρούσι!»