Ιστολόγιο ποικίλης ύλης με έμφαση σε τρέχοντα θέματα, επικαιρότητα και εκπαιδευτικά ζητήματα....αλλά και με πολλή μουσική και με κάθε ενδιαφέρουσα πολιτιστική πρόταση που μας αρέσει!
Κυριακή 25 Μαρτίου 2012
Διονύσιος Σολωμός
http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=7359&tsz=0&act=mMainView
Όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης. Ας μην το παραβλέψουμε, λοιπόν!
Μανόλης Αναγνωστάκης
Ὅταν μιὰν ἄνοιξη
Ὅταν μιὰν ἄνοιξη χαμογελάσει
θὰ ντυθεῖς μία καινούργια φορεσιὰ
καὶ θὰ ῾ρθεῖς νὰ σφίξεις τὰ χέρια μου
παλιέ μου φίλε
θὰ ντυθεῖς μία καινούργια φορεσιὰ
καὶ θὰ ῾ρθεῖς νὰ σφίξεις τὰ χέρια μου
παλιέ μου φίλε
Κι ἴσως κανεὶς δὲ σὲ προσμένει νὰ γυρίσεις
μὰ ἐγὼ νιώθω τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς σου
κι ἕνα ἄνθος φυτρωμένο στὴν ὥριμη,
πικραμένη σου μνήμη
μὰ ἐγὼ νιώθω τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς σου
κι ἕνα ἄνθος φυτρωμένο στὴν ὥριμη,
πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τὴ νύχτα, σφυρίζοντας,
ἢ ἕνα πλοῖο, μακρινὸ κι ἀπροσδόκητο
θὰ σὲ φέρει μαζὶ μὲ τὴ νιότη μας
καὶ τὰ ὄνειρά μας
ἢ ἕνα πλοῖο, μακρινὸ κι ἀπροσδόκητο
θὰ σὲ φέρει μαζὶ μὲ τὴ νιότη μας
καὶ τὰ ὄνειρά μας
Κι ἴσως τίποτα, ἀλήθεια, δὲν ξέχασες
μὰ ὁ γυρισμὸς πάντα ἀξίζει περσότερο
ἀπὸ κάθε μου ἀγάπη κι ἀγάπη σου
παλιέ μου φίλε
μὰ ὁ γυρισμὸς πάντα ἀξίζει περσότερο
ἀπὸ κάθε μου ἀγάπη κι ἀγάπη σου
παλιέ μου φίλε
| Tου Σεληνιαζόμενου | Καρέλλη Ζωή |
| Aκέραια, λαμπρότατη, πλησιφαής! Mαίνεται η αγάπη, μες στη σφοδρή ψυχή μου, που η όψη σου κρατάει προσηλωμένη, ενώ σφαδάζει το βίαιο σώμα μου. Eσύ, η τόσο υπέροχα αδιάφορη που κατέχεις του ονείρου μου τη μυστική μεγαλοπρέπεια, Eσύ, που έχεις το πόθο μου έξαλλο δίχως απάντηση, γνωρίζεις κι όμως δεν απαντάς. Eσύ που μ' αφήνεις, ενώ τόσο με κρατάς δεμένον στην γοητεία σου. Παρθενική, αμόλυντη, λεία, κοίταξέ με πώς παραδέρνω, γιατί βαθιά μέσα μου φέρνω για σένα, αλλόφρονα έρωτα. Mε τυραννεί, πιο πολύ, όσο αράγιστη μένει η δική σου αδιαφορία κλειστή η περήφανή σου διάθεση. Ω, σκληρότατη μάθηση ο θαυμασμός μου για σένα, ο πυρός μου πόθος για σένα, που συναντά στιλπνή, την αργυρή, δική σου ψυχρότητα. Mη μ' αφήνεις να παιδεύομαι. Zητώ να σε προφτάσω και συ γνωρίζεις τη διαφορά σου απρόσιτη. Aνέφικτη, πώς να φύγω απ' το φως σου, απ' τη δική σου φανταστική παρουσία πώς ν' αποσπαστώ; Zητώ καθώς παραδέρνω, να γνωρίσω διπλό, εκείνον τον έρωτα που μονάχος μου φέρνω. |
| (από τα Ποιήματα, Eρμής 1996) |
Η ελεγεία των αδερφών, Γ.Φ. Βαφόπουλος
Όταν βγαίνω το βράδυ στο ξάγναντο τούτο,
να προσμένω τ' αδέρφια μου νάρθουν που φύγαν,
των βημάτων σου ακούω το περπάτημα
στο ρυθμό των δικών μου βημάτων
Γεννήθηκε το 1903 στη Γευγελή της τότε Γιουγκοσλαβίας. Μαθήτευσε στην Αστική Σχολή Γευγελής. Μετά το τέλος του Β' Βαλκανικού Πολέμου η οικογένεια Βαφόπουλου εκπατρίστηκε και ο ποιητής έζησε στην Έδεσσα, το Φανό, τη Γουμένισσα και τελικά στη Θεσσαλονίκη, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο (1917-1924). Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1921 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στα περιοδικά «Σφαίρα» (Γυναίκα) και «Νουμάς» (Ελεγείο στους αδικοσκοτωμένους). Το 1923 επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, γράφτηκε στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως αντιγραφέας στη Μεγάλη Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσης του Γ. Χατζιδάκη. Επέστρεψε τη Θεσσαλονίκη λόγω προβλημάτων υγείας και το 1924 ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Μακεδονικά Γράμματα», από κοινού με τον Κ. Κόκκινο. Τότε γνωρίστηκε με την μετέπειτα (1931) σύζυγό του και επίσης ποιήτρια Ανθούλα Σταθοπούλου (που πέθανε το 1935). Το 1938 ίδρυσε τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (την οποία διηύθυνε ως το 1963). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής αποσπάστηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας, όπου γνωρίστηκε με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, τον Γιώργο Θέμελη (με τους οποίους συνδέθηκε στενά), τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, τον Καίσαρα Εμμανουήλ, το Στέλιο Ξεφλούδα, τον Τάσο Αθανασιάδη, τον Τέλλο Άγρα, και άλλους λογοτέχνες. Το 1983 με δωρεά του ποιητή και της Αναστασίας (δεύτερης συζύγου του) ιδρύθηκε το Βαφοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. Πέθανε το 1996 στη Θεσσαλονίκη.
Είναι υποστηρικτής του μοντερνισμού και η ποίηση του διακρίνεται από τον ελεύθερο στίχο, το καθημερινό λεξιλόγιο, την ακανόνιστη στίξη, την πολυσημία, τους προβληματικούς τίτλους, που δεν προσδίδουν αμέσως το περιεχόμενο του ποιήματος, και από τη δραματικότητα. Όλα αυτά βεβαία ήταν εντελώς αντίθετα από τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ποίησης.
Τα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού φαίνονται και στο ποίημα του «Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ».
Στο ποίημα δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία, το λεξιλόγιο είναι απλό και κατανοητό με πολλές ωστόσο απρόσμενες και λίγο δυσνόητες συνδέσεις λέξεων καθώς και λίγες μεταφορές και παρομοιώσεις. Και αυτό το ποίημα έχει δραματικό τόνο αφού αναφέρεται στον πόνο που νιώθει ο ποιητής από την απώλεια των ανθρώπινων ζωών κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Ο ποιητής λέγοντας αδελφούς εννοεί τους συνανθρώπους του και φίλους του που χάθηκαν σε αυτό το πόλεμο και νιώθει αρκετά έντονα την απουσία τους.
Είναι υποστηρικτής του μοντερνισμού και η ποίηση του διακρίνεται από τον ελεύθερο στίχο, το καθημερινό λεξιλόγιο, την ακανόνιστη στίξη, την πολυσημία, τους προβληματικούς τίτλους, που δεν προσδίδουν αμέσως το περιεχόμενο του ποιήματος, και από τη δραματικότητα. Όλα αυτά βεβαία ήταν εντελώς αντίθετα από τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ποίησης.
Τα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού φαίνονται και στο ποίημα του «Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ».
Στο ποίημα δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία, το λεξιλόγιο είναι απλό και κατανοητό με πολλές ωστόσο απρόσμενες και λίγο δυσνόητες συνδέσεις λέξεων καθώς και λίγες μεταφορές και παρομοιώσεις. Και αυτό το ποίημα έχει δραματικό τόνο αφού αναφέρεται στον πόνο που νιώθει ο ποιητής από την απώλεια των ανθρώπινων ζωών κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Ο ποιητής λέγοντας αδελφούς εννοεί τους συνανθρώπους του και φίλους του που χάθηκαν σε αυτό το πόλεμο και νιώθει αρκετά έντονα την απουσία τους.
Στις 2 πρώτες στροφές του ποιήματος επικρατεί το α’ και το β' ενικό πρόσωπο, κάνοντας ένα μονότονο διάλογο με τον Θεό, πιστεύοντας πως θα χαλαρώσει και θα αποκτήσει τη δύναμη να βγει από το δράμα στο όποιο ζει. Στη 3η στροφή θα μπορούσαμε να πούμε ότι δείχνει σχεδόν σίγουρος ότι στο πρόσωπο του Θεού βρήκε την δύναμη και την υποστήριξη που αποζητούσε αφού τον παρομοιάζει με τη στέγη που σκεπάζει το σπίτι του και τη φωτιά που πηγάζει από το τζάκι. Όμως στη τελευταία στροφή του ποιήματος χρησιμοποιώντας μια εμφανή αντίθεση συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν είναι ικανό για να καλύψει το κενό που του δημιούργησε η απώλεια των 'αδελφών' του.
Από το μαθητή Αχιλλέα Τρ.
Από το μαθητή Αχιλλέα Τρ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)