Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Δημήτρης Μαρωνίτης- Από την ιδεοληψία στην ιστορία

"Είχα την τύχη να παρακολουθήσω μαθήματά του στη Φιλοσοφική Σχολή. Ένας δάσκαλος, μία περσόνα από τον οποίο άξιζε να διδαχτείς. Παραδόσεις που έχω στο νου μου ακόμα και σήμερα και καθόλου έπεα πτερόεντα"

Της Αννας Γριμανη (Εφημερίδα Καθημερινή 3-1-2010)

H ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;

Η λέξη «ελληνικότητα» είναι, κατά τη γνώμη μου, γλωσσικά δύσκαμπτη, σημασιολογικά ασαφής και ιδεολογικά επιβαρυμένη. Αντ' αυτής προτιμώ τον όρο «ρωμιοσύνη», τόσο για το ιστορικό του απόθεμα όσο και για το συνειδησιακό του βάθος. Τον καθιέρωσαν εξάλλου στα νεοελληνικά μας γράμματα δύο μείζονες ποιητές: ο Γιώργος Σεφέρης και ο Γιάννης Ρίτσος. Ο Σεφέρης μιλώντας για το ψηφιδωτό και τον καημό της ρωμιοσύνης· ο Ρίτσος ομολογώντας: τη ρωμιοσύνη μην την κλαις.

Tι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα;

Το μονόχωρο, νοικιασμένο σπίτι στη Δήλου 4 (συνοικισμός Ευαγγελιστρίας, Θεσσαλονίκη), όπου πέρασα δύσκολα παιδικά χρόνια (γερμανική κατοχή, κατοχική πείνα), διαβάζοντας τα πρώτα βιβλία, καθισμένος σ' ένα παλιό μπαούλο, ακουμπώντας στον υγρό τοίχο του ενός δωματίου.

Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.

Δεν συμμερίζομαι την ιδεολογία περί ελληνικής υπεροχής, ούτε διαχρονικά (με αναφορές στην ελληνική αρχαιότητα) ούτε συγχρονικά (έναντι των βαλκανικών γειτόνων και των Ευρωπαίων εταίρων). Ενδιαφέρει, κατά τη γνώμη μου, περισσότερο το πραγματικό «έχειν» μας (που φαίνεται να διατηρεί ακόμη έναν ανθεκτικό πυρήνα) από το φανταστικό «υπερέχειν» μας (που καιρός είναι να το προσγειώσουμε, αφαιρώντας του την παραπλανητική πρόθεση «υπέρ»).

Aυτό που με χαλάει.

Αλλοτε και αλλού η υπεροψία και η μέθη των ισχυρών, άλλοτε και αλλού η παθητική μιζέρια των αδυνάτων. Στη μια περίπτωση έχουμε προκλητικό περίσσευμα, στην άλλη θλιβερό έλλειμμα. Το ζητούμενο είναι αν προβλέπεται και επιχειρείται κάποια εξισορρόπηση περισσεύματος και ελλείμματος με γνώμονα την αρχή της έμπρακτης κοινωνικής δικαιοσύνης. Οπου λανθάνουν κάποια γενναία παραδείγματα, τα οποία όμως τείνουν να ξεχαστούν.

Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Γιατί το ένα εκτρέφει συχνά το ρατσισμό, το άλλο τον εύκολο συμβιβασμό. Στην πραγματικότητα, εξάλλου, πρόκειται για πλαστό μεν, εκμεταλλεύσιμο δε, δίλημμα. Ετσι, το προσόν σερβίρεται συνήθως ως παρηγοριά για τις ελλείψεις μας· το μειονέκτημα ως εύκολος έλεγχος της κακοδαιμονίας μας.

Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή παραμένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

Αυτοφυής, αυτόνομος και αυτόφωτος πολιτισμός δεν υπάρχει - ευτυχώς. Ενδέχεται όμως (και αυτό συμβαίνει συχνά στον τόπο μας) ο πολιτισμός μιας χώρας, επειδή είναι προβληματικός στο παρόν, να επικαλείται το ίνδαλμα ενός υψηλού πολιτισμικού παρελθόντος Ετσι όμως υπονομεύεται και νοθεύεται η νεοελληνική μας αυτογνωσία, που τη μια φουσκώνει από έπαρση, την άλλη ξεφουσκώνει από μιζέρια και οκνηρία.

Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο;

Προφανώς με αυτήν που πράγματι έχει και όχι με αυτήν που φαντάζεται πως έχει. Εξάλλου, η ταυτότητα είναι συντελεστής ανθρωπολογικός και ιστορικός, όχι θεολογικός και μεταφυσικός. Στην πραγματικότητα, η όποια εθνική ταυτότητα είναι μείγμα του δικού και του ξένου. Το οποίο στις ευτυχέστερες περιπτώσεις καταλήγει σε χημική ένωση. Δεν θα 'λεγα ότι η νεοελληνική μας ταυτότητα διαθέτει αυτό το προσόν: το δικό και το ξένο σε εμάς συνήθως διακρίνονται έντονα, όταν δεν συγκρούονται με εμπάθεια· σπανίως συμφιλιώνονται και σμίγουν.

Το ελληνικό μου «γιατί» και ένα «πρέπει» που πέταξα.

Η αναγνώριση του «γιατί» είναι δύσκολη υπόθεση σε κάθε περίπτωση: προϋποθέτει όρεξη έρευνας και διάθεση αιτιακής (που σημαίνει επιστημονικής) γνώσης. Το «πρέπει», όταν μάλιστα αποσυνδέεται από το «γιατί» και το «προς τι», ανήκει περισσότερο στη σφαίρα της ηθικής και της ηθικολογίας και τελικώς ευνοεί την αυταρχική και διατακτική συμπεριφορά, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό μας βίο.

Ο Ελληνας ποιητής μου.

Προτιμώ τα ποιήματα από τους ποιητές.

Δεδομένου μάλιστα ότι καλά ποιήματα δεν γράφουν μόνο οι καλοί ή οι διάσημοι ποιητές. Τούτο σημαίνει ότι με ενδιαφέρει περισσότερο η Ιλιάδα, που μεταφράζω τον τελευταίο καιρό, από τον Ομηρο, για να μείνω σε ένα μόνο θεμελιακό παράδειγμα. Το οποίο, πλην των άλλων, είναι έπος με ανοιχτό ορίζοντα και μετέωρο τέλος· προκαλώντας από μόνο του τη μετάφρασή του, προκειμένου να επιβιώσει, γεφυρώνοντας το παρελθόν με τον παρόν.

Η Οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.

Προτιμώ να κινούμαι «Στην οδόν των Φιλελλήνων», που τη χάραξε εύστοχα και οριστικά στο ομότιτλο ποίημά του ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Πρόκειται για αποκαλυπτικό δρόμο, που προχωρεί ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, στον ύμνο της ζωής και στην κατάφαση του θανάτου. Προπαντός δεν υποχωρεί, από δειλία και φόβο, περπατώντας με αξιοπρέπεια πάνω στον παγκόσμιο χάρτη.

* Ο Δημήτρης Μαρωνίτης είναι ομότιμος καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ. Εργα του: μελέτες για την αρχαία και νεοελληνική λογοτεχνία και μεταφράσεις κλασικών έργων (Ομηρος, Ησίοδος, Ηρόδοτος κ.ά.).

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Θέατρο!!!

Είδα χθες την παράσταση "No Shakespeare Please". Ωραία προσπάθεια πρωτότυπη ιδέα, συνδυασμός μουσικής και πρόζας, καλοδεμένη παράσταση και πολύ καλοί ηθοποιοί.Βέβαια, η Μάλφα είναι φοβερά ταλαντούχα και ξεχωρίζει χωρίς να θέλω να αδικήσω κανέναν από τους συμπρωταγωνιστές της.
Είδα ακόμη την παράσταση "Η παλίρροια του Σεπτέμβρη", επίσης πολύ καλή δουλειά με εξαιρετική σκηνοθεσία.
Μια άλλη παράσταση με πολύ καλό δέσιμο είναι "Ο άνθρωπος, το Κτήνος και η Αρετή". Ο Αρμένης δίνει ρέστα και ο άνθρωπος πραγματικά είναι απίστευτος ηθοποιός αλλά και πολύ καλός σκηνοθέτης.

The winner takes it all....


Καλή αρχή στη νέα χρονιά! Ξεκινώ με ένα πολύ αγαπημένο κομμάτι και με μια αγαπημένη μου ηθοποιό. Δεν ξέρω αν είναι παράλογο αλλά αυτό το τραγούδι εμένα μου φτιάχνει το κέφι. Είναι ωραίο να είναι κανείς νικητής χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι δυνατόν να είναι νικητής σε κάθε εμπειρία της ζωής του. Το καλύτερο και το πιο διασκεδαστικό κομμάτι είναι να είναι καλός παίκτης και μάλλον αυτό το κομμάτι αξίζει να το δουλέψει κανείς.
Εύχομαι λοιπόν να απολαμβάνουμε όλοι μας το παιχνίδι της ζωής με όρους που προφανώς μας ταιριάζουν και μας ευχαριστούν και κυρίως μας κάνουν χαρούμενους και ευτυχισμένους!!!

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Αφορμή για την παρούσα ανάρτηση η εμμονή, κόλλημα, λατρεία, αφοσίωση απέναντι στο Woody Allen και τις ταινίες του το τελευταίο διάστημα. Δεν είναι ότι δε μού άρεσε στο παρελθόν αλλά τώρα είναι που θέλω αν γίνεται να ξαναδώ όλες τις ταινίες του και να αποδελτιώσω τους διαλόγους. Προφανώς αυτό σχετίζεται με το ορίζοντα προσδοκίας μου στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή κάτι που ισχύει και στην ανάγνωση της λογοτεχνίας. Τι να πρωτοξεχωρίσει κανείς, τις μουσικές, τις υπέροχες ατάκες, τους ηθοποιούς....δεν είναι τελικά τυχαίο ότι ο Woody Allen είναι τόσο ερωτεύσιμος. Είδα την τελευταία ταινία Whatever works (ελληνιστί Κι αν σου κάτσει) με τη φιλοσοφία της οποίας συμφωνώ σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Η αλήθεια είναι ότι η Ευρώπη λατρεύει Woody σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από το αμερικανικό κοινό. Ο ίδιος σε συνέντευξή του είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι ταινίες του απαιτούν σκέψη στην οποία φαίνεται δεν είναι διατεθειμένο να προβεί το κοινό της Αμερικής. Εγώ προτείνω να ξαναδούμε τις ταινίες του αυτές τις γιορτινές μέρες που όλο και περίσσειο χρόνο θα έχουμε. Επιπλέον, μην ξεχνάμε -για να τονώσουμε και το εθνικιστικό εγώ μας- ότι η Ελλάδα χαίρει σχεδόν σε κάθε ταινία του αναφοράς. Μόνο και μόνο γι΄αυτό ας τον δωρίσουμε στον εαυτό μας αυτές τις μέρες.....
Και κάποιες από τις πολλές ρήσεις του:

Life doesn't imitate art, it imitates bad television.

Don't knock masturbation — it's sex with someone I love.
My brain: it's my second favorite organ.
I idolized Superman when I was younger. I thought he and I had a lot in common. He was always going into phonebooths and taking off all his clothes.
Sex is only dirty if it's done right
Money is better than poverty, if only for financial reasons.

    • Υπάρχουν και χειρότερα πράγματα απ' το θάνατο. Όποιος έχει περάσει μια βραδιά μ' έναν ασφαλιστή με καταλαβαίνει.
    • Τα προβλήματά μου άρχισαν από νωρίς. Μικρός πήγα σε σχολείο για δασκάλους με ειδικές ανάγκες.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

"Απέναντι στις γιορτές γίνομαι παιδί"

Τα Χριστούγεννα είναι μια όμορφη γιορτή, μια ευκαιρία να ξανααγαπήσουμε τον εαυτό μας και τους δικούς μας ανθρώπους και μια αφορμή να αναλογιστούμε τα κενά μας, να εντοπίσουμε τις πληγές που πονάνε αλλά και να σκεφτούμε τη ματαιότητα των προβλημάτων που μας εγκλωβίζουν. Έχουν και μυρωδιές, δεν είναι σίγουρα όλα ρόδινα αλλά μάλλον έτσι είναι πιο αληθινά, η ζωή μάλλον δε νοείται χωρίς τις πληγές της και τα τρωτά της. Είναι εντέλει και η γιορτή της κατανόησης, της συγχώρεσης, της ανθρωπιάς ή της προσπάθειας να προσεγγίσουμε κάποια από τις παραπάνω ανθρώπινες αρετές. Είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να πούμε σ΄αγαπώ, να κοιταχτούμε στα μάτια, να ζητήσουμε τη συγνώμη των αγαπημένων μας και να δηλώσουμε για άλλη μια χρονιά την πιστή μας παρουσία...αυτά και τόσα άλλα όλα κομμένα και ραμμένα στα ιδανικά και στα θέλω του καθενός από εμάς!

Ο Διονύσης Σαββόπουλος τι πιστεύει για τα Χριστούγεννα;
Είμαι από τους ανθρώπους που σέβονται πάρα πολύ την πίστη και τις παραδόσεις μας και νιώθω μεγάλη αγάπη για την πατρίδα –τις επετείους και τα σύμβολα της- και την Ορθοδοξία. Έτσι μεγάλωσα μέχρι τα εφηβικά μου χρόνια. Μετά ήρθε η γνωστή αμφισβήτηση -και λόγω ηλικίας και λόγω εποχής- και για αρκετά χρόνια δεν μου έλεγαν τίποτε όλα αυτά. Ώσπου ένα βράδυ -ήταν Μ. Τρίτη του 1971- επιστρέφοντας στο σπίτι, πέρασα έξω από τη Μονή Πετράκη και είδα κόσμο πολύ, κεριά αναμμένα, και χωρίς να ξέρω γιατί, μπήκα μέσα και έκατσα ως το τέλος της ακολουθίας. Και το ίδιο εκείνο Πάσχα έδωσα εντολή για εορτασμό: στολισμός του σπιτιού, όλοι μαζί οικογενειακώς στην εκκλησία την Ανάσταση κ.λ.π. Θέλω να πω, δηλαδή, πως όλα αυτά υπάρχουν μέσα μας σαν μια ολόχρυση εικόνα, που έρχεται η ατομική ζωή και η καθημερινότητα να την επικαλύψει.
Αυτή όμως υπάρχει. Μια παράσταση, μια μυρωδιά, ένα κάτι ελάχιστο αρκεί για να ξαναφέρει στην επιφάνεια αυτή την εικόνα. Και αυτή η εικόνα δεν ξεριζώνεται εύκολα από μέσα μας.

-«Χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε» είναι το πρώτο τραγούδι του πρόσφατου δίσκου σας. Γιατί συμβαίνει αυτό; Υπάρχει κάτι που μας ενώνει και συνάμα μας χωρίζει στις γιορτές;

Είναι που η συναισθηματική απαίτηση μεγαλώνει εκείνες τις μέρες, με αποτέλεσμα να σου φαίνονται όλα κατώτερα της τελειότητας. Βέβαια αυτό είναι ανθρώπινο, αλλά λόγω εορτών δημιουργεί τριβές μέσα στην οικογένεια. Όχι πάντα φυσικά. Το «πάντα τσακωνόμαστε» είναι μια υπερβολή για να μπορέσει να πει την αλήθεια της η τέχνη.

-Τις γιορτές πώς τις θυμάστε από όταν ήσασταν μικρός; Έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε;

Επιφανειακά. Στην ουσία όχι. Θυμάμαι τις γιορτές πολύ έντονα από μικρός και πάντα περιμένω τις γιορτές. Απέναντι στις γιορτές είμαι παιδί. Και κατά κάποιο τρόπο η γιορτή είναι και το θέμα της δουλειάς μου. Είμαι ένας άνθρωπος που δουλεύει για τη γιορτή, με έναν τρόπο ίσως περίεργο και ατομικό, ο οποίος όμως βρήκε ανταπόκριση στον κόσμο.

-Χριστούγεννα με καραβάκι ή με δενδρύλλιο; Και πώς βλέπετε την τάση ορισμένων να εμμένουν στο καραβάκι, επειδή είναι παρα­δοσιακό;

Δεν συμφωνώ. Εμένα μου αρέσει και το δεντράκι. Από μικρός θυμάμαι τον πατέρα μου που έφερνε ένα δέντρο από τη Γεωργική Σχολή όπου δούλευε και το στολίζαμε με κεράκια και σκαλιστά στολίδια. Δεν υπήρχαν λαμπάκια τότε».
Από συνέντευξη της εφημερίδας Πρώτο Θέμα (Δεκέμβριος 2006)