Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Αγαπημένη ποίηση

Οι επίγονοι


Εδώ οι πόρτες έγιναν στόματαΒγαίνουνε ολοένα άνθρωποι σαν οργισμένες λέξειςΣε δαχτυλοδειχτούν και σε υβρίζουν·Νέοι, χτες μόλις παιδιά, με τη φλόγα στα μάτια5Νομίσματα νιόκοπα γεμάτα πάθος αγοράςΌμως το παρελθόν δεν αγοράζεται δεν μπορεί πια ν’ αγοραστείΗ κάθε σπασμένη φωλιά η κάθε σβησμένη λέξη.Εδώ τα παράθυρα γίναν αγχόνεςΔουλεύουν νύχτα μέρα σα ματόκλαδα10Όμως το αίμα Εκείνων δεν απαγχονίζεταιΔεν υποπτεύονται πως ολοένα τους κυκλώνειΔεν υποπτεύονται τί ξεπουλήθηκε — για να δολοφονούν.
Κι όμως υπάρχει πάντα μια εκδίκησηΜια μυστική ενέδρα χωρίς διέξοδο15Ένας κοχλίας που ριζώνει ριζώνει πιο βαθιά.
(Στο τέλος όταν όλοι περάσουν σαν κι εμάς)
Μανόλης Αναγνωστάκης (Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ 3)

Της ακριβής ρέμβης


Της ακριβής ρέμβης
Από μια θύμηση περάστηκε ο ύπνος
Aπό την άνοιξη βγήκαμε στο καλοκαίρι,
Ήρωες της ακριβής ρέμβης,
Kαι δεν απόρησε ο νους μας
Δε σπάσαμε κέφι και καρδιές
Όπως μυθέσκετο η ψυχή μας·
Tεντωμένοι καθ' όλη μας την ύπαρξη
Aκούσαμε να πέφτει η ανατριχίλα
Tου χρόνου,
Δεν είδαμε παρά την Πλάση μοναχή
Nα βόσκει την όμορφη γοητεία της
Στην άπλα που της δώρησε ο Θεός
Ξεφάντωμα εξαίσιο
Γιώργος Σαραντάρης