Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Πώς είναι να χάνεις τα πάντα στο Αιγαίο

του Θοδωρή Γεωργακόπουλου
Ο Γιουσούφ Χάμο πηγαινοερχόταν ανάμεσα στα τραπέζια φορώντας το κίτρινο γιλέκο του εθελοντή, μοιράζοντας τα πλαστικά πιάτα που ήταν γεμάτα με ρύζι και κάτι άλλο (ή μπριάμ, ή κοτόπουλο, ή αρακά, ή μπρόκολο, ανάλογα τι έβγαινε από την κουζίνα εκείνη την ώρα) και βοηθώντας στο καθάρισμα των τραπεζιών, όταν οι πρόσφυγες τελείωναν το φαγητό τους, και έπρεπε να έρθουν οι επόμενοι. Άλλοι εθελοντές έπλεναν ποτήρια και έβαζαν νερά, άλλοι μετέφεραν τους δίσκους από την κουζίνα (έξι πιάτα ο καθένας), άλλος ξεχώριζε τα λεπτά πλαστικά πιάτα και τα έδινε στο μάγειρα, κι ένας στεκόταν δίπλα στο μάγειρα και έπαιρνε το γεμάτο πιάτο και του έβαζε ένα πλαστικό κουτάλι και το τοποθετούσε στο δίσκο. Ο μάγειρας, που τον λένε Αντώνη και είναι από την Αίγυπτο, μου έδειξε το Γιουσούφ Χάμο και μου είπε, τον βλέπεις αυτόν, και τον κοίταξα -ένας μεσήλικος κύριος που μοιάζει λίγο με το Μπίμπι Νετανιάχου, αλλά με ένα υγρό βλέμμα απορίας και ευγένειας-, και είπα ναι, και ο Αντώνης μου είπε την ιστορία του, και μετά ήταν σαν κάποιος να έπιασε τα σωθικά μου και να τα ζούληξε μέχρι να γίνουν μια μπαλίτσα, η οποία πήγε και σφήνωσε στο λαιμό μου για μέρες.
Το εστιατόριο βρίσκεται μέσα στην πόλη της Κω, και μοιράζει δωρεάν δείπνο κάθε βράδυ στους πρόσφυγες που βρίσκονται στο νησί. Απέναντι υπάρχει κι ένα ξενοδοχείο που προσφέρει στέγαση σε οικογένειες προσφύγων. Τα γεύματα και τα δωμάτια πληρώνονται από φιλανθρωπικές οργανώσεις όπως η Mercy Corps, ή από εθελοντές που βρίσκονται στο νησί. Οι μεμονωμένοι εθελοντές, που έχουν έρθει από όλο τον κόσμο, είναι κυρίως άνθρωποι που έχουν συγκεντρώσει χρήματα από φίλους, συναδέλφους και γνωστούς με το GoFundMe, έχουν πάρει άδεια από τις δουλειές τους, και έχουν έρθει στην Κω για να δουλέψουν και να βοηθήσουν (αγοράζοντας προμήθειες και πληρώνοντας διαμονές, ας πούμε), μέχρι να τελειώσουν τα λεφτά.
Ο Γιουσούφ Χάμο, ωστόσο, δεν ήταν εθελοντής αυτής της κατηγορίας.
Την προηγούμενη Τρίτη, 17 Νοέμβρη, στις 2:30 το πρωί, η βάρκα με την οποία ο Γιουσούφ, η γυναίκα του, τα τρία του παιδιά και μερικοί ακόμη πρόσφυγες περνούσαν από τα παράλια της Τουρκίας στην Κω, άρχισε να μπάζει νερά. Βούλιαξε τελείως περίπου 100 μέτρα από την ακτή, και οι υπεράριθμοι επιβαίνοντες βρέθηκαν στη θάλασσα, εκτός από τρεις, που έμειναν εγκλωβισμένοι στην καμπίνα. Το λιμενικό, η Frontex και εθελοντές έσπευσαν στο σημείο, και το ασθενοφόρο μετέφερε άμεσα όσους έβγαιναν ζωντανοί στο νοσοκομείο. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Γιουσούφ. Αλλά 11 άνθρωποι πνίγηκαν. Κι ανάμεσα στους πνιγμένους ήταν και η γυναίκα του και τα τρία του παιδιά. Η σωρός ενός από τα παιδιά, του 14χρονου Ανάς, δεν βρέθηκε ποτέ.
Οι περισσότεροι από εμάς δεν θα μπορούσαμε καν να διανοηθούμε πώς αντέχει ένας άνθρωπος ο οποίος σε μία στιγμή χάνει σχεδόν όλα τα πράγματα που δίνουν νόημα στη ζωή του. Μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ο Γιουσούφ είχε ήδη χάσει όλα τα μικρότερης σημασίας πράγματα, εγκαταλείποντας μια χώρα που διαλύεται, που ισοπεδώνεται, μια μη-χώρα, και έτσι τώρα είναι ένας δραπέτης, ένας περιφερόμενος άπατρις και άστεγος φυγάς. Ένας πρόσφυγας. Αλλά μετά από όλα αυτά, έχασε στο Αιγαίο και τις αιτίες για τις οποίες πάλευε, τα τελευταία και τα σημαντικότερα πράγματα που του δίναν ταυτότητα, σκοπό και νόημα. Τι κάνει κάποιος σαν το Γιουσούφ Χάμο; Πώς συνεχίζει να υπάρχει;
Η προσφυγική κρίση είναι ένα τεράστιο, πολύπλοκο θέμα. Η μελέτη των σχέσεων και των συμπεριφορών που εμφανίζονται μέσα σε αυτές τις έκτακτες συνθήκες είναι εξαιρετικά δύσκολο πράγμα, αλλά οδηγεί σε πολύτιμα και πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την ανθρώπινη φύση και τον τρόπο που αντιδρά και προσαρμόζεται σε ειδικές συνθήκες. Το να παρατηρείς, ας πούμε, το ότι οι εθελοντικές οργανώσεις στην Κω και αλλού σε πολλές περιπτώσεις δεν βλέπουν και με πολύ καλό μάτι η μία την άλλη. Ή να βλέπεις πρόσφυγες που στέλνουν τα παιδιά τους να κλέψουν τούρτες από το φορτηγάκι του κύριου Διονύση, καθώς αυτός μοιράζει φαγητά στους άλλους πρόσφυγες. Ή τη δικηγόρο που ζήτησε 3.700 ευρώ από τον Γιουσούφ Χάμο για να μηνύσει τον Τούρκο δουλέμπορο και (!) για να τον βοηθήσει να εντοπίσει τη σωρό του Αμάς. Ή να μαθαίνεις για τοπικά μαγαζιά, που για τους πρώτους μήνες της μεγάλης κρίσης έδιναν φαγητό και προμήθειες στην “Αλληλεγγύη Κως”, μια οργάνωση ντόπιων εθελοντών, δωρεάν. ‘Η να ακούς το δήμαρχο του νησιού να επιχειρηματολογεί για το γιατί δεν πρέπει να γίνει Hotspot στο νησί. Ή να ακούς την κυρία Κική, που κατεβαίνει κάθε βράδυ στις παραλίες μαζί με τον 21χρονο γιο της για να βοηθήσει κόσμο που βγαίνει από τις βάρκες, να λέει τις ιστορίες της.
Όλα αυτά είναι χρήσιμα και πολύτιμα και μας βοηθούν να καταλάβουμε λίγο καλύτερα τη φύση των ανθρώπινων όντων, να νιώσουμε ότι καταλαβαίνουμε την πολύπλοκη κατάστασή τους λίγο καλύτερα.
Αλλά μετά έχεις περιπτώσεις σα του Γιουσούφ Χάμο. Που τον βλέπεις, με τους ώμους σκυφτούς από το βάρος της απώλειας, να περιφέρεται ανάμεσα στα τραπέζια του εστιατορίου, σερβίροντας πιάτα σε ανθρώπους σαν κι αυτόν, που όμως έχουν χάσει πολύ, πολύ λιγότερα, με μια ευγένεια και μια αξιοπρέπεια που σε συνθλίβει, αν ξέρεις ποιος είναι και πού βρισκόταν τρεις ημέρες πριν (στην κηδεία της οικογένειάς του στο μουσουλμανικό νεκροταφείο της Κω) ή δέκα ημέρες πριν (στο παγωμένο νερό του Αιγαίου, μόνος, χάνοντας τα πάντα).
Και εκεί καταλαβαίνεις ότι δεν ξέρεις τίποτα απολύτως.
http://www.kathimerini.gr/840187/opinion/epikairothta/politikh/pws-einai-na-xaneis-ta-panta-sto-aigaio