Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

IDA


Η Ida του Πάβελ Παβλικόφσκι είναι η ταινία της χρονιάς, από τώρα· σφραγίζει την ευρωπαϊκή ευαισθησία όπως την σφράγισε πέρυσι η Grande Belezza του Πάολο Σορεντίνο. Πρόκειται για ταινίες-σπουδές, που μιλούν για την ψυχή των λαών και των ανθρώπων, για την αξεδιάλυτη συνύφανση του ατομικού με το συλλογικό, για το βάρος της μνήμης και της ιστορίας, για την Ευρώπη των νεκρών και των φαντασμάτων.

Στην πολωνική ταινία πρωταγωνιστούν δύο γυναίκες, δύο γενιές, δύο κόσμοι. Η νεαρή δόκιμη μοναχή Αννα, και η ώριμη δικαστίνα Βάντα. Η Αννα είναι η Εβραία Ιντα, ορφανό πολέμου που μεγάλωσε σε μοναστήρι Καθολικών. Η θεία της, αδελφή της μητέρας της, είναι η κομμουνίστρια Κόκκινη Βάντα, πρώην εισαγγελέας, αλκοολική. Η μία πιστεύει, η άλλη όχι. Οι διαφορές σταματούν εδώ. Οι ομοιότητες είναι βαθύτερες: δεν έχουν ρίζες, δεν έχουν οικογένεια, οι ζωές τους ξετυλίγονται πάνω στην έλλειψη, την απουσία, τα θαμμένα μυστικά, τη λήθη. Την παραμονή της κουράς της μοναχής, οι δύο γυναίκες θα ανταμώσουν για πρώτη φορά και θα ξεκινήσουν το μοναδικό κοινό τους ταξίδι, σε αναζήτηση του κοινού τους παρελθόντος. Αναζητούν τους νεκρούς τους, γονείς και παιδιά, τα οστά των δολοφονημένων και χαμένων του Ολοκαυτώματος.

Ολη η ταινία είναι η κάθοδος στον Αδη με τη μορφή ενός road movie στην άχρονη πολωνική ύπαιθρο· σε έναν κάμπο που συμπυκνώνει κάτω από την ακινησία του τον καθολικισμό, τον εβραϊσμό, τη γενοκτονία, τον πόλεμο, τον υπαρκτό σοσιαλισμό, και πάνω απ’ όλα τον ανελέητο, διαρκή αγώνα των ανθρώπων για επιβίωση. Η περιπλάνηση των δύο γυναικών μοιάζει εξωτερικά με τις υπαρξιακές περιπλανήσεις ταινιών του Βέντερς ή του Αντονιόνι, αλλά εδώ το δράμα δεν περιέχει καμία διαφυγή από τη μοίρα, ούτε καν σύγκρουση, το δράμα αντηχεί περισσότερο τις ηθικές και μεταφυσικές δονήσεις του Μπέργκμαν και του Ταρκόφσκι, του Κισλόφσκι και του Ζανούσι.

Στο τέλος του δρόμου υπάρχει πάλι κενό, συν την πικρή επίνοια του ταξιδιού.

Ο Παβλικόφσκι μιλώντας για το υπαρξιακό κενό στη Μεσευρώπη του ’60, κατορθώνει να μιλήσει βαθιά και σπαρακτικά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα· μάλλον για τη βαριά κληρονομιά του Ευρωπαίου ανθρώπου της νεωτερικότητας, κληρονομιά φρίκης και αναμέτρησης με τα όρια.

Η Ευρώπη της Ida είναι στοιχειωμένη από κρυμμένα οστά, ανεύρετους τάφους, πεισματική αμνησία, ηθική απογύμνωση. Ο αγρότης-φονιάς κουλουριάζεται μες στον φρεσκοσκαμμένο λάκκο, ο θύτης είναι το ίδιο τελειωμένος όσο και τα θύματα. Εχει χαθεί η ιερότητα της ζωής, η ζωή σαν θαύμα.

Η Ιντα ρωτάει τον κούκλο σαξοφωνίστα τι μπορούν να κάνουν μαζί, αφού παίξουν Kολτρέιν σε συναυλίες, αφού παντρευτούν και κάνουν παιδιά. Απλώς, θα ζήσουμε, λέει ο Λις. Η Ιντα, αφιερωμένη του Χριστού, έμπειρη πλέον του θανάτου και της φρίκης, σηκώνεται από το κρεβάτι του παρθενικού έρωτα, φοράει το ράσο της δόκιμης και ακολουθεί την σκολιά οδό. Η κάμερα για πρώτη φορά κινείται σωματικά, και για πρώτη φορά η μουσική που ακούει ο θεατής δεν είναι η μουσική που ακούν οι ήρωες.

Ο Παβλικόφσκι κατορθώνει μια κινηματογραφική αφήγηση λάμπουσα, άρτια, προσωπική, συγκινούσα, χωρίς φορμαλιστική εκζήτηση, αλλά και χωρίς παραχωρήσεις στο τηλεοπτικό γούστο. Τα κάδρα του είναι γεωμετρημένα έτσι ώστε να υπηρετούν ψυχικά πυκνώματα και κενά, να αναδεικνύουν τα πρόσωπα ενώπιον της μοίρας τους· το ασπρόμαυρο είναι στιλπνό και πλούσιο, καταγραφικό και αφαιρετικό μαζί· η φόρμα, παρότι τολμηρή, υπηρετεί και αναδεικνύει, δεν επιδεικνύεται.

Ο Παβλικόφσκι πετυχαίνει μια ευτυχή κράση φόρμας και περιεχομένου, επειδή έχει κάτι να πει· για τη ζωή, τις ζωές των ανθρώπων, για τον πυρήνα της ύπαρξης, εκεί που συμφύρονται η ελπίδα, η αφέλεια, η απάθεια, η ερήμωση. Αν πρέπει να περιγράψουμε με μια λέξη την τέχνη του, θα ήταν: οικονομία. Τίποτε δεν λείπει, τίποτε δεν περισσεύει.

Η Ida –όπως και η Grande Belezza, αλλιώς– είναι αφήγηση για το μεταίχμιο της Ευρώπης, και είναι συναναστροφή με τους νεκρούς. Είναι αποδοχή της πολυπλοκότητας και του χάους, χωρίς κρίσεις και διδάγματα. Οι ζωντανοί συναντούν τις ψυχές των απόντων, αγγίζονται, κι ύστερα αποτραβιούνται. Η Βάντα, άδεια, πικρή, επιλέγει το κενό· η Ιντα δακρύζει, λοξοδρομεί, ωριμάζει σε 82 φιλμικά λεπτά, επιλέγει τον όρκο της αναχώρησης.
http://www.kathimerini.gr/790895/opinion/epikairothta/politikh/oi-zwntanoi-synantoyn-tis-yyxes-twn-apontwn
Έντυπηhttp://www.kathimerini.gr/790895/opinion/epikairothta/politikh/oi-zwntanoi-synantoyn-tis-yyxes-twn-apontwn

Για το Πολυτεχνείο

Τελικά τι είναι το Πολυτεχνείο; Ποιο είναι το νόημα της επετείου που, κάθε χρόνο, προκαλεί την ίδια γκάμα εθιμοτυπικών αντιδράσεων, με την έντασή τους μόνο να αυξομειώνεται; Οι μύθοι του επανεξετάστηκαν, αναλύθηκαν, αμφισβητήθηκαν ή και διαλύθηκαν, από τους ίδιους τους συμμετασχόντες και πρωταγωνιστές του, που τοποθετήθηκαν δημόσια είτε διά των λόγων είτε διά των πράξεών τους.

Ο,τι απέμεινε είναι αφορμή για ένα επικοινωνιακό παιχνίδι, για ένα παιχνίδι υποκρισίας: από εδώ οι κλέφτες, από εκεί οι αστυνόμοι· από εδώ η νεολαία που εξεγείρεται, από εκεί το αυταρχικό κράτος· από εδώ οι μπαχαλάκηδες, από εκεί τα ΜΑΤ.

Και στο μέσον; Μια μπουχτισμένη κοινωνία, που αντιλαμβάνεται την επέτειο ως εξής: «Μην κατέβουμε στο κέντρο, θα έχει επεισόδια». Οσο για τη «γενιά του Πολυτεχνείου» είτε ως μόδα (που ήταν κάποτε) είτε ως μη μόδα (εδώ και κάποια χρόνια), βρίσκεται, πλέον, εκτός του κάδρου.

Εκτός είναι και μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Δεν συμμετέχει σε κανέναν εορτασμό, γιατί, απλούστατα, δεν υπάρχει εορτασμός. Μόνο μολότοφ, χημικά, κάδοι αναποδογυρισμένοι, κλεισμένοι δρόμοι, κυκλοφοριακή συμφόρηση.

Η σύνθεση της κοινωνίας έχει αλλάξει δραματικά από τη δεκαετία του ’70. Για έναν σημερινό νέο, το Πολυτεχνείο είναι κάτι θολό ή απροσδιόριστο. Εχει προηγηθεί, στην εκπαιδευτική διαδικασία, ο κατασκευασμένος και αμήχανος σχολικός εορτασμός. Η προσπάθεια επαναφόρτισης του γεγονότος με συνθήματα για νέες «χούντες» είναι τόσο άκαιρη, άτοπη και ανιστόρητη, που παραμένει στην κυριαρχία του γραφικού.

Τι απομένει; Οι ρόλοι, σαν «αδειανά πουκάμισα». Οσοι ετοιμάζονται για τη σύγκρουση της «17ης Νοέμβρη» (όπως οι αθλητές για τον αγώνα της χρονιάς), όσοι επιθυμούν να πορευτούν, όσοι θεωρούν υποχρέωσή τους να τους εμποδίσουν.

Για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών είναι μια άσκηση επί χάρτου: αν θέλουν να βγουν, ποιους δρόμους να αποφύγουν, αν δεν θέλουν να ταλαιπωρηθούν και να μείνουν σπίτι τους, περιμένοντας στωικά να περάσει το κρίσιμο 24ωρο ή 48ωρο, ή τριήμερο, να «παρακολουθήσουν τα επεισόδια από την τηλεόραση».

Κάθε χρόνο, η «17 Νοέμβρη» έρχεται και παρέρχεται, αφήνοντας μια δυσάρεστη ατμόσφαιρα στην πόλη (κυριολεκτικά) και κόπωση που επισωρεύεται. Το, αποδυναμωμένο, ούτως ή άλλως, Πολυτεχνείο ξεθωριάζει. Οχι γιατί του λείπει το νόημα (προσοχή: όχι ο μύθος), αλλά γιατί λείπουν απελπιστικά οι άνθρωποι που θα το υπερασπιστούν. Ο,τι αναζωπυρώνεται αυτές τις ημέρες είναι απλώς πνιγηρό. Με αποδυναμωμένη μνήμη και ενισχυμένη βία. Από όλες τις πλευρές.
http://www.kathimerini.gr/792156/opinion/epikairothta/politikh/to-polytexneio-3e8wriazei
Έντυπη

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Κριτήριο Αξιολόγησης για τη Γλώσσα

 Μία πολύ συχνή ερώτηση που μου θέτουν μαθητές και γονείς (αλλά και σίγουρα όλοι μας, λίγο πολύ, έχουμε αναρωτηθεί) είναι η εξής: «Γιατί μόνο εμείς οι Έλληνες μαθαίνουμε ξένες γλώσσες και μάλιστα επενδύουμε χρόνο και χρήμα για να αποκτήσουμε πτυχία; Κορόιδα είμαστε;».
Αναμφίβολα, ο τρόπος που είναι δομημένο το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα βασίζεται ακόμα (ένας Θεός ξέρει γιατί εξακολουθεί να συμβαίνει αυτό σε μία κοινωνία όπου όλα αλλάζουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς) στη στείρα απομνημόνευση, αφαιρώντας κάθε ίχνος φαντασίας και δημιουργικότητας. Συνέπεια του παραπάνω, είναι να γίνεται και η εκμάθηση της ξένης γλώσσας ένας «αγώνας δρόμου» για την απόκτηση «ξερών γνώσεων» και να χάνει τη βαθύτερη ουσία και το περιεχόμενό της. Έτσι, στα δημόσια σχολεία, το μάθημα της ξένης γλώσσας, τις περισσότερες φορές, καταντάει το «μάθημα του χαβαλέ» και στα Κέντρα Ξένων Γλωσσών τα παιδιά αισθάνονται «υποχρεωμένα» και «καταναγκασμένα» να πάνε, λες και είναι κάτεργο. Υπό αυτές τις συνθήκες, πώς θα αγαπήσουν τα παιδιά την ξένη γλώσσα και πώς, σε ένα δεύτερο επίπεδο, θα την «κατακτήσουν»;
            Πιστεύω ότι, εάν τόσο οι ιθύνοντες του Υπουργείου Παιδείας σε συλλογικό επίπεδο, όσο και οι εκπαιδευτικοί σε μεμονωμένο επίπεδο, κατανοήσουν οι ίδιοι την τεράστια αξία της εκμάθησης μίας ξένης γλώσσας και κοιτάξουν πίσω από τους γραμματικούς κανόνες και την απόκτηση πτυχίων, θα μπορέσουν να μεταδώσουν στα παιδιά κάτι πολύ σημαντικό: την αγάπη για τη γλώσσα. Γιατί η εκμάθηση κάθε γλώσσας συνεπάγεται διεύρυνση των πνευματικών και γνωστικών οριζόντων και σημαίνει εμβάθυνση στην ιστορία και τον πολιτισμό άλλων λαών. Η εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας, όχι μόνο δε βασίζεται σε στείρα μετάδοση γνώσεων, αλλά είναι μία πολύ δυναμική διαδικασία, μέσω της οποίας αποκτάμε αυτογνωσία και ταυτόχρονα μας δίδεται η πολύτιμη ευκαιρία να υιοθετήσουμε θετικά στοιχεία άλλων λαών και να βελτιωθούμε.
Μαθαίνοντας μία ξένη γλώσσα, ουσιαστικά «μυούμαστε» στον τρόπο σκέψης και στην κοσμοθεωρία ενός άλλου λαού. «Μαθαίνω μία ξένη γλώσσα» κατ’ αρχάς σημαίνει μαθαίνω τα ήθη, τα έθιμα, τον πολιτισμό, την ιστορία. Τι φαγητά τρώνε, τι μουσική ακούνε, τι χορούς χορεύουνε, ποια είναι τα αγαπημένα τους αθλήματα, τι μαθαίνουν οι μαθητές σε μία άλλη χώρα και τόσα άλλα ενδιαφέροντα πράγματα που θα έδιναν την ευκαιρία στους λαούς να έρθουν πιο κοντά. Για παράδειγμα, σε πολλές χώρες του κόσμου, μαθαίνουν αρχαία ελληνικά και μάλιστα σε ένα υψηλότατο επίπεδο, σε σημείο που τα παιδιά μιλάνε αρχαία ελληνικά και γνωρίζουν τον αρχαίο πολιτισμό σε όλη του την έκταση, σε αντίθεση με τα Ελληνόπουλα που «μισούνε» το ίδιο τους το παρελθόν και τις ρίζες τους.
Συνοψίζοντας, η εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας είναι –πρώτα και πάνω από όλα- μία πολύτιμη εμπειρία ζωής. Γι’ αυτό, προτρέπω τους Έλληνες γονείς να μην την βλέπουν μόνο ως «ανάγκη» για να σπουδάσει αργότερα στο εξωτερικό το παιδί τους ή για να έχει καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Σαφώς, η εκμάθηση γλωσσών βοηθάει σημαντικά και στους παραπάνω τομείς, είναι τεράστιο εφόδιο, και προσωπικά είμαι υπέρμαχος της ολοκλήρωσης μίας ξένης γλώσσας με την απόκτηση των πιο υψηλών πτυχίων. Ωστόσο, με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να ξεχνάμε την βαθύτερη ουσία που κρύβεται πίσω από τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες. Για να επιτευχθεί, όμως, το παραπάνω, είναι αναγκαίο να μετατραπεί η αίθουσα του σχολείου σε έναν τόπο δημιουργικής και παραγωγικής μάθησης, όπου θα διδάσκουν καθηγητές αξιόλογοι, με παιδεία, μεταδοτικότητα και αγάπη για τα παιδιά και το αντικείμενό τους και οι μαθητές θα έχουν τη δυνατότητα, μέσα από το παιχνίδι, το τραγούδι, τη μουσική, το χορό, το φαγητό, τις εικόνες, τα παραμύθια, τις ιστορίες, τη γραμματική, το συντακτικό, αλλά και τόσα άλλα ενδιαφέροντα μέσα, να γνωρίσουν ποιος είναι ο λαός, του οποίου τη γλώσσα διδάσκονται.
Συμπερασματικά, εάν τόσο ο εκπαιδευτικός όσο και ο γονιός περάσει στο παιδί την αγάπη για την ξένη γλώσσα, οι μαθητές θα πάψουν να αντιμετωπίζουν την εκμάθηση ξένων γλωσσών ως «υποχρέωση» και θα κατανοήσουν το βαθύτερο νόημα της. Γι’ αυτό παροτρύνω τους γονείς να ωθήσουν τα παιδιά τους να αγαπήσουν την ξένη γλώσσα μέσα από την ξένη μουσική, την παρακολούθηση ξενόγλωσσων ταινιών, την ξένη λογοτεχνία, τα παιχνίδια του υπολογιστή, την επίσκεψη σε ξένες χώρες και άλλες δημιουργικές ασχολίες. Οπότε, στο βαθμό τουλάχιστον που μπορούμε, ας αφεθούμε όλοι στη μαγεία της εκμάθησης της ξένης γλώσσας και ας απολαύσουμε τη χαρά της δημιουργικής μάθησης! Με αυτό τον τρόπο, τα παιδιά μας και τα πτυχία τους, με ευκολία θα πάρουν, και όλοι μας θα αισθανθούμε ότι έχουμε καταφέρει κάτι σημαντικό.
ΠΗΓΉ: https://aggelikikardara.wordpress.com        

1.      Να δώσετε έναν τίτλο στο κείμενο με δήλωση και έναν με συνυποδήλωση (10 Μονάδες)
2.      Να εντοπίσετε μία παράγραφο στην οποία υπάρχει αιτιολόγηση και να βρείτε τα δομικά στοιχεία της παραγράφου (15 Μονάδες)
3.      Επενδύουμε
 ιλιγγιώδεις
να υιοθετήσουμε
πολύτιμη
παροτρύνω
Να δώσετε ένα συνώνυμο για κάθε μία από τις παραπάνω λέξεις λαμβάνοντας υπόψη τη θέση τους στο κείμενο (15 Μονάδες)

4.      Κουρασμένοι από την περίοδο των εξετάσεων για την απόκτηση ενός πτυχίου σε μία ξένη γλώσσα αποφασίζετε να δημοσιεύσετε σε εφημερίδα της πόλης σας μια ανοιχτή διαμαρτυρία προς τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς. Στόχος σας είναι α. να διαμαρτυρηθείτε για τις συνεχείς εξετάσεις ακόμη και στην εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας και β. να προτείνετε τρόπους με τους οποίους θα ήταν πιο ευχάριστη και πιο δημιουργική η εκμάθηση της ξένης γλώσσας, ώστε να  λειτουργήσει ευεργετικά στη ζωή σας και στο μέλλον σας. (Ο τίτλος στο κείμενο που θα δημοσιεύσετε είναι: Ακόμα και η μάθηση, όπως και όλα όσα κάνουμε, αποτελεί προϊόν ελεύθερης βούλησης. (300-400 λέξεις περίπου) (60 Μονάδες)

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

"Ο πατέρας"

Ιστορία ενός απαξιωμένου επαγγέλματος (ή μιας απαξιωμένης γενιάς)

Ηρωίδα της ιστορίας μας: αδιόριστη εκπαιδευτικός ετών 40.
Άριστη μαθήτρια με ιδιαίτερη κλίση στα φιλολογικά μαθήματα και με όνειρο ζωής να διδάξει κάποτε σε παιδιά, να μεταδώσει αξίες, να εμφυσήσει ιδανικά, να σμιλέψει νεανικές ψυχές κατά το πρότυπο δασκάλων που θαύμαζε.
Αμ δε! "Σε γελάσανε, μικρή μου", που λέει και ο λαϊκός στιχουργός. Μόνο που δεν είναι γιατί "δε σου τα 'μαθε καλά ο δάσκαλός σου", αλλά γιατί η εκάστοτε πολιτική ηγεσία στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες σε είχε εντελώς απαξιωμένη. Το ίδιο απαξιωμένη σε είχε και η κοινωνία - με την ευρύτερη και στενότερη έννοια - , μπορώ να σου πω (αμοιβαίες οι σχέσεις πολιτικής και κοινωνίας εξάλλου). Απαξιωμένη σε έχει και τώρα. Από τον πιο "υψηλό" έως τον "τελευταίο", την "κουτσή Μαρία" της γειτονιάς, ας πούμε, που έχει άποψη και θέση επί παντός επιστητού και που μπορεί να σου αναλύσει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο που δε σηκώνει αντιρρήσεις - διότι απόρροια "σοφίας πεζοδρομίου" - τόσο τη συνταγή για τα ντολμαδάκια γιαλαντζί, όσο και την οικονομική κρίση που ζούμε. Όσο δε για τα εκπαιδευτικά ζητήματα, καλά ε;, έκανες την τύχη σου! Καλύτερο αναλυτή δε θα μπορούσες να έχεις. Ποια αυτοαξιολόγηση και κουραφέξαλα, κύριε συνάδελφε του δημοσίου σχολείου! Στην "κα Μαρία" να αποταθείς! Στην κυρία που έχει πείσει το κράτος πως έχει υπερπληθώρα εκπαιδευτικών, πως δε χρειάζεται άλλους, πως δε χρειάζεται 1500 ακόμα σχολεία στα οποία έβαλε λουκέτο, πως "χτυπά την παραπαιδεία", ενώ την ίδια στιγμή την ενισχύει με την αποσύνθεση της δημόσιας, δωρεάν εκπαίδευσης.
Και η αδιόριστη εκπαιδευτικός μας έχει χρόνια και χρόνια προϋπηρεσίας στα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα της παραπαιδείας, βιώνοντας το κοροϊδιλίκι του κράτους που της πέταξε κάποια χρόνια πριν το "κόκκαλο" της ωρομισθίας, που της υποσχέθηκε "αξιοκρατία" με πρόσληψη μέσω ειδικών εξετάσεων ΑΣΕΠ. Μόνο που δεν της είπε ότι έφτασαν αρκετοί να διοριστούν εκτός διαγωνισμού χάρη στην προϋπηρεσία που αποκτήσανε ως ωρομίσθιοι Ενισχυτικής διδασκαλίας, υπερβαίνοντας κατά πολύ τις προβλεπόμενες από το νόμο ώρες με πολιτικές "πλάτες" και ότι υπήρξανε πάμπολλοι διορισθέντες με αρκετές χιλιάδες ευρώπουλα που τα "σκάσανε" σε μεγάλα φροντιστηριομάγαζα που είχανε, όσο να πεις, τα κονέ τους, γιατί "ξέρανε" να κατευθύνουν τον "σπουδαστή" σε θέματα ύλης και νοοτροπίας απαντήσεων.
Όσο για την "κα Μαρία", είναι κι αυτή κατά της παραπαιδείας, αλλά επειδή δε στρώνεται το βλαστάρι της από μόνο του να διαβάσει, προσλαμβάνει καθηγητές για μαθήματα κατ' οίκον. Τελευταία μάλιστα προτιμά τελειόφοιτους, αν όχι φοιτητές, διότι πετυχαίνει να τους καταβάλει πενιχρότατες αμοιβές. Βέβαια, η ηρωίδα μας έχει χαμηλώσει και η ίδια κατά πολύ το κασέ της. Θέμα επιβίωσης.
Αλλά πώς είπες, καψερή; δε διαβάζει ο γιόκας της κας Μαρίας κι έχει κενά και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των εξετάσεων που τον περιμένουν στο τέλος της χρονιάς; κούνια που σε κούναγε, μαύρη! "Ο γιος μου εμένα είναι πανέξυπνος", της ανταπαντάει. "Κι αν έχει κενά, δε φταίει το πουλάκι μου, ο κακός καθηγητής του σχολείου φταίει που δεν του τα μαθαίνει σωστά". Στην αρχή λέει μέσα της η ηρωίδα μας "μπορεί, πράγματι, έτσι να 'ναι, να έχει πέσει το παιδάκι στην "περίπτωση"". Αργότερα όμως διαπιστώνει ότι ο πιτσιρικάς είναι τεμπελάκος πρώτης τάξεως και ως εκ τούτου φυγόπονος και ευθυνόφυγος. Έτσι, όταν τον ζορίζει μπρος στη μαμά του, εκείνος πετάει ανετότατα το μπαλάκι στην ίδια προσωπικά: "δεν μου είπατε να το διαβάσω αυτό, κυρία", ή "δεν κάναμε τέτοιες ασκήσεις μαζί, κυρία". "Σύστημα το 'χει ο μικρός", σκέφτεται τότε εκείνη. Ευτυχώς που κρατάει αρχείο με τα γραπτά και τις επιδόσεις του μικρού, προς επίδειξη των ανωτέρων αποδεικτικών στοιχείων στην εκτός πραγματικότητας μαμά, η οποία βεβαίως πέφτει εκείνη την ώρα από τα σύννεφα. "Να τον ζορίσετε περισσότερο, κυρία Τάδε, να του δίνετε περισσότερο υλικό να διαβάζει και να γράφει, να μη σηκώνει κεφάλι απ' το βιβλίο!" Μάταια προσπαθεί η καθηγήτριά μας να της εξηγήσει ότι με αυτόν τον τρόπο που υποδεικνύει η μαμά, δε μαθαίνει ο πιτσιρικάς, διότι το πρόβλημά του δεν είναι το "υλικό" που δεν έχει, ούτε η ίδια μπορεί να τον ζορίσει αποτελεσματικά, έτσι όπως το θέτει η μαμά, στα πλαίσια της μιας ώρας εβδομαδιαίως που τον βλέπει. Εξάλλου η μάθηση πρέπει να είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης κι όχι προϊόν καταναγκασμού κι επιβολής. Αλλά, πας να αλλάξεις γνώμη στην κα Μαρία... κούνια που σε κούναγε ξανά!
Χρειάζεται αλλαγή της καθημερινότητας του παιδιού, επαναπροσδιορισμός στόχων, ιεράρχηση προτεραιοτήτων και, κυρίως, ανάληψη ευθύνης από τον ίδιο το γονιό. Αλλαγή νοοτροπίας του γονιού και της κοινωνίας εν γένει. Αλλαγή της νοοτροπίας εκείνης που θέλει να αποδίδει αβασάνιστα ευθύνες κατά κύριο λόγο στους δασκάλους, λιγότερες στις πολιτικές επιλογές μας και στο σύστημα και μηδαμινές στον εαυτό μας και στα παιδιά μας.
Η βλακεία όμως σ' αυτόν τον τόπο είναι ανίκητη. Κι ας ευδόκησες να καταφέρεις κάποια μέρα να αλλάξεις την προδιαγεγραμμένη αυτή πορεία με τη δουλειά σου και την προσφορά σου στη νεολαία. Ούτε η ευκαιρία καλά καλά δε σου δόθηκε...
 http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=647172