Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Ελεύθεροι Κατακτημένοι


Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:   
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.   
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.   
Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια.   
Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.   
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;  
 Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα.   Γίναμε ό,τι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.   
Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.   Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!   
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;   Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;   Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.   
Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!   
Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;   Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω…   Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».   
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.   
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας.   
Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.   Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.   
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε… Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε. Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.   Πηγή: alkinοοs.gr 
Πηγή: www.lifo.gr

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Παγκόσμια ημέρα ποίησης και έναρξη επίσημη της Άνοιξης...τι ευτυχής συγκυρία. Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να επιλέξω ποια ποιήματα θέλω να αναρτήσω για τη σημερινή ημέρα. Να πω πόσο πιο γλυκιά και πιο ουσιαστική γίνεται η ζωή μας με την ποίηση, πόσο σημαντική είναι στη θλιμμένη μας καθημερινότητα που έρχεται να την απογειώσει και να τη νοηματοδοτήσει ή ακόμη καλύτερα να δώσει υπόσταση στις λαχτάρες μας, στις επιθυμίες μας και στα συναισθήματά μας. Η ζωή, σίγουρα,  αντέχεται πιο εύκολα και ομορφαίνει με όλους αυτούς τους στίχους...

του Μανόλη Αναγνωστάκη


Και φυσικά δεν μπορώ να παραλείψω τον Οδυσσέα Ελύτη


Και μια τελευταία υπέροχη μελοποίηση ποίησης του Κωστή Παλαμά

Και λίγος αγαπημένος Καβάφης

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Λόρενς για πάντα


Ξαβιέ Ντολάν: «Μπορώ να αλλάξω τον κόσμο»
Ο 23χρονος καναδός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός, μιλάει για την ταινία «Λόρενς για πάντα» και για την ανάγκη των ανθρώπων να κάνουν ακριβώς αυτό που θέλουν
Ένας φιλόλογος με μια φαινομενικά κανονική ζωή, ένας άνθρωπος πoυ είναι ερωτευμένος με την κοπέλα του και πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του, μια μέρα αποφασίζει ότι πρέπει να κάνει αυτό που θέλει. Και αυτό που θέλει είναι να ντύνεται με γυναικεία ρούχα. Μπορεί να το κάνει; Και ποιες είναι οι συνέπειες της επιθυμίας του; Ο σκηνοθέτης Ξαβιέ Ντολάν, ένας άνθρωπος που γνωρίζει την τέχνη της πρόκλησης, είναι υπεύθυνος για την ιστορία της ταινίας «Λόρενς για πάντα». Και είναι εκνευρισμένος.
Ο Ντολάν κάθεται μπροστά μου με βλέμμα επιθετικό, σνομπ, αλλά και με πολλή αυτοπεποίθηση. Το Φεστιβάλ των Καννών, στο οποίο συναντηθήκαμε, άφησε το «Λόρενς για πάντα» εκτός διαγωνιστικού προγράμματος. Συζητήθηκε, όμως, όπως οι περισσότερες δουλειές του. Ο εκνευρισμός του δεν κρύβεται. «Το “Λόρενς για πάντα” είναι ένας φόρος τιμής στην περίοδο της ζωής μου, όταν, προτού γίνω σκηνοθέτης, έπρεπε να γίνω άνδρας» λέει για την τρίτη ταινία του ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός, ή αλλιώς το παιδί-θαύμα της καναδικής σόουμπιζ, που γεννήθηκε το 1989 και καθιερώθηκε ως σκηνοθέτης στα 19 του με την ημιαυτοβιογραφική ταινία του «Σκότωσα τη μητέρα μου».
Γιατί τοποθετήσατε την ιστορία του «Λόρενς για πάντα» στα τέλη της δεκαετίας του 1980; «Γιατί με ενδιαφέρει η κοινωνική διάσταση εκείνης της εποχής, το γεγονός ότι ο Λόρενς, ο ήρωάς μου, νιώθει ότι τα πράγματα αλλάζουν, το Τείχος του Βερολίνου έχει πέσει, ο κόσμος σκέφτεται περισσότερο, άρα και εκείνος αποφασίζει να μιλήσει με ειλικρίνεια για τον εαυτό του και τη σεξουαλικότητά του. Φυσικά, όλα ήταν πλασματικά και αυτό τον προσγειώνει απότομα στην πραγματικότητα».
Δημιουργήσατε θέμα στις Κάννες επειδή η ταινία σας δεν επιλέχθηκε για το επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα. Μα αυτός είναι ο σκοπός ενός καλλιτέχνη; Να γυρίσει μια ταινία που θα συμμετέχει στον διαγωνισμό των Καννών; «Ασφαλώς και όχι, αλλά κάθε σκηνοθέτης έχει όνειρα. Και αν ένας σκηνοθέτης δεν ονειρεύεται το Φεστιβάλ των Καννών, δεν ονειρεύεται τον Χρυσό Φοίνικα, είναι για μένα ένας σκηνοθέτης χωρίς φιλοδοξία. Η φιλοδοξία είναι μέρος της προσέγγισής μου. Επομένως, δεν κάνω μια ταινία για τις Κάννες, αλλά ναι, κάνω μια ταινία για την οποία ονειρεύομαι και φιλοδοξώ να είμαι εντός συναγωνισμού στις Κάννες και στα 23 μου να είμαι ο νεαρότερος σε ηλικία σκηνοθέτης που έχει πετύχει αυτό το κατόρθωμα. Δεν υπάρχει όνειρο που δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα».
Ήσασταν ανέκαθεν τόσο φιλόδοξος; « Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Ως παιδί ονειροβατούσα, ένιωθα ότι θέλω να κάνω πράγματα που θα αλλάξουν τον κόσμο. Και έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή σου που πραγματικά πιστεύεις στην πιθανότητα ότι μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, γιατί στην πραγματικότητα όταν αλλάζεις τον κόσμο αλλάζεις κάθε άτομο ξεχωριστά. Όταν γύρισα την ταινία “Σκότωσα τη μητέρα μου”, ήρθε και με βρήκε μια μάνα που μου είπε ότι μέσω αυτής της ταινίας ξαναμίλησε με τον γιο της με τον οποίο δεν είχαν επαφή επί χρόνια εξαιτίας της ομοφυλοφιλίας του. Όταν το ακούς αυτό για κάτι που έχεις κάνει εσύ, κάτι σου συμβαίνει. Όσο βοήθησα εκείνη τη μάνα, άλλο τόσο με βοήθησε και εκείνη».
Τι συμβολίζει η κόκκινη καρφίτσα που φοράτε στο πέτο; «Είναι μια μορφή διαμαρτυρίας εναντίον ενός ειδικού νόμου που μόλις ψηφίστηκε στο Κεμπέκ για την καταπίεση του κοινωνικού κινήματος των σπουδαστικών ενώσεων, οι οποίες εδώ και μήνες διαμαρτύρονται για την αύξηση των διδάκτρων. Στις μέρες μας το κόστος της εκπαίδευσης στον Καναδά έχει φτάσει στο απροχώρητο. Η κυβέρνηση αποφάσισε εφέτος να αυξήσει τα δίδακτρα, παρ’ ότι επί σειρά ετών ήταν παγιωμένα σε ένα συγκεκριμένο ποσό. Πολλές οικογένειες από χαμηλά κοινωνικά στρώματα δεν αντέχουν να πληρώσουν, άρα η εκπαίδευση γίνεται απαγορευτική για τα παιδιά τους. Αυτό για μένα είναι αδικία».
Πού αποδίδετε το ότι το εκπαιδευτικό σύστημα του Καναδά περνάει τόσο μεγάλη κρίση; «Δεν θέλω να κάνω την κουβέντα μας πολιτική, αλλά βλέπω μια φασιστική στροφή, η οποία δεν είναι καθόλου συνηθισμένο φαινόμενο στον Καναδά. Παρόμοια φαινόμενα βεβαίως έχουν σημειωθεί σε όλον τον κόσμο. Μόλις χθες η καναδική κυβέρνηση έκρινε τη διαμαρτυρία των σπουδαστών απαγορευτική, επομένως κανονικά απαγορεύεται να φοράω την καρφίτσα. Η κυβέρνηση δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ τον όρο “καταπίεση”, αλλά αυτό ακριβώς είναι. Και καταπίεση για μένα σημαίνει φασισμός».
 Συγκρινόμενη με τη δεκαετία του 1990, κατά τη διάρκεια της οποίας ήσασταν παιδί, η κοινωνία του Καναδά στις μέρες μας είναι περισσότερο ή λιγότερο συντηρητική; «Πολλά σημεία του Καναδά, κυρίως το Μόντρεαλ, ήταν ανέκαθεν ανοιχτόμυαλα, όμως σίγουρα στη δεκαετία του ’90 η πληροφόρηση ήταν μικρότερη. Λιγότεροι γνώριζαν τι ακριβώς σημαίνει transsexuality και εδώ που τα λέμε για πολλούς ακόμη και σήμερα είναι μια έννοια που σοκάρει, όσο και αν θεωρούμε ότι έχουμε εξελιχθεί ως κοινωνία. Ενίοτε αναρωτιέμαι ποια ακριβώς είναι η περίφημη πρόοδος που έχουμε κάνει στα ζητήματα σεξουαλικότητας...».
http://www.tovima.gr/vimagazino/interviews/article/?aid=499196

Harlem Shake


Σαν διαρκές αποκριάτικο πάρτι
Της Μαρίας Κατσουνάκη
Τις τελευταίες ημέρες επιστρέφει διαρκώς, σχεδόν σαν εμμονή σε μια καθημερινότητα με όλο και λιγότερες διαφυγές. Το πιθανότερο είναι ότι θα ξεφουσκώσει εντελώς και η ανάμνησή του θα υπάρχει μόνο στη μηχανή αναζήτησης του Διαδικτύου. Όμως ακόμη κι αν με μεγάλη ευκολία μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε «σαχλαμάρα» και να το αφήσουμε πίσω μας, πώς να αγνοήσουμε το γεγονός ότι περίπου 4.000 νέοι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν πριν από λίγο καιρό στο Θησείο για να γυριστεί το αθηναϊκό Harlem Shake και να αναρτηθεί στο YouTube; Το τελευταίο τεύχος του «Κ» της κυριακάτικης «Καθημερινής» (3/3) είχε το ρεπορτάζ.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: το Harlem Shake είναι ένα χορευτικό βίντεο που εμπνεύστηκαν αρχές Φεβρουαρίου πέντε έφηβοι στην Αυστραλία και από τότε κατέκλυσε τον ιντερνετικό πλανήτη. Στις 11 Φεβρουαρίου υπήρχαν ήδη 12.000 Harlem Shake βίντεο, στις 15 Φεβρουαρίου έφτασαν τις 40.000. Το πρώτο, των Αυστραλών, είχε συγκεντρώσει ως τις 26/2, 17.539.021 views. Τα «γυρίσματα» γίνονται οπουδήποτε. Στο καθιστικό ενός σπιτιού, στον δρόμο, σε πλατείες, σε αίθουσες συναυλιών, στον στρατό, σε νοσοκομεία, σε γραφεία, σε γήπεδα με τη συμμετοχή ποδοσφαιρικών ομάδων, παντού. Την αρχή κάνει κάποιος με μάσκα, φορώντας ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Και ύστερα όλοι μεταμορφώνονται. Περούκες, φαλλοί, χαρτόκουτα στο κεφάλι, πετσέτες, παντόφλες, αντικείμενα, υλικά και ρούχα πάσης φύσεως. Σαν διαρκές αποκριάτικο πάρτι. Σαν ασύντακτη παγανιστική τελετή. Ηχος μπιτάτος (dance μουσική), κινήσεις σέικ - δύσκολα τις λες χορευτικές. Χαβαλές, ανέκδοτο, εκτόνωση, ένα «τίποτα»... Γιατί, λοιπόν, να μας απασχολήσει; Γύρω μας και μέσα μας αλλάζει ο ρυθμός του κόσμου. Τα προβλήματα, οικονομικά - κοινωνικά - πολιτικά, σύνθετα και ασφυκτικά, λύσεις ανώδυνες δεν υπάρχουν. Άνθρωποι σε διάλυση. Σε παράλληλους χρόνους εκτυλίσσεται ένα ξέφρενο διαδικτυακό πάρτι. Αυτά τα ίδια παιδιά του Harlem Shake, μαθητές, φοιτητές, νέοι άνεργοι ή όχι, είναι μέλη της κοινωνίας σε κρίση. Είτε τα έχει αγγίξει περισσότερο είτε λιγότερο, τη βλέπουν, τη νιώθουν, την οσμίζονται. Κάποιοι τη βιώνουν αποκλειστικά μέσω Διαδικτύου, κάποιοι άλλοι όχι. Δεν είναι λίγοι όσοι συμμετέχουν στη νέα μόδα, ούτε αμελητέοι. Το φαινόμενο εμφανίζεται δυναμικό, έχει δεν έχει γούστο. Ανόητο και μαζικό. Ακατέργαστο, ακατάληπτο, ακατάτακτο. Δεν αντέχει τις σύνθετες ερμηνείες, κλωτσάει στις γνωστές κατηγοριοποιήσεις.
Μας αφορά; Αν αγνοήσουμε -από κούραση, άγνοια ή υπεροψία- το λεξιλόγιο του Διαδικτύου, που (ανα)συντάσσεται καθημερινά, με μεγάλες ταχύτητες, το οποίο χειρίζονται και με το οποίο επικοινωνούν, αποκλειστικά, εκατομμύρια ανά την υφήλιο, είναι σαν να γυρίζουμε την πλάτη στο μέλλον. Το καινούργιο που διαμορφώνεται αδυνατούμε να το περιγράψουμε γιατί δυσκολευόμαστε να το κατανοήσουμε. Κι αυτό κάτι σημαίνει.

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_06/03/2013_485974

Χρόνος για την Παιδεία


http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_09/03/2013_486576
Χρόνος για την Παιδεία
Του Νίκου Ξυδάκη
Το σχέδιο «Αθηνά», έτσι όπως εκτυλίσσεται, προβληματίζει και απογοητεύει. Το σχέδιο φιλοδοξεί να εξορθολογίσει το σύστημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με συγχωνεύσεις σχολών και εξοικονόμηση πόρων. Φιλοδοξεί να διορθώσει λάθη του παρελθόντος και με την αποκτηθείσα πείρα να στήσει ένα δίκτυο εκπαίδευσης προσαρμοσμένο στις νέες ανάγκες, εθνικές και ιστορικές. Ετσι θα έπρεπε. Αντ’ αυτού, αποκαλύπτεται σταδιακά προχειρότητα, ελλιπής γνώση της υπάρχουσας κατάστασης, έλλειψη κατανόησης των αντοχών του ελληνικού λαού σήμερα και έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού.
Ένα σχεδόν μήνα μετά την αρχική εξαγγελία του, το σχέδιο «Αθηνά», ήδη γεμάτο αδυναμίες και λάθη, έχει γίνει αγνώριστο και δυστυχώς όχι προς το καλύτερο. Διότι όπως τα προηγούμενα είκοσι χρόνια ξεφύτρωναν αυθαίρετα πανεπιστήμια, ΤΕΙ και τμήματα ανά την επικράτεια, συνολικά διακόσια, με τον ίδιο περίπου τρόπο, το ίδιο πολιτικό σύστημα κλαδεύει τώρα εκατό τμήματα, συναιρώντας τις πιέσεις πολιτευτών με τις πιέσεις για αιματηρές περικοπές δημοσίων δαπανών, ενώ ταυτοχρόνως αγνοεί τις ζωές των φοιτητών και των οικογενειών τους, αλλά και τη στρατηγική εκπαίδευσης σε βάθος χρόνου. Με την ίδια λογική που έσπερναν αλόγιστα, τώρα ξεχερσώνουν αλόγιστα.
Συγχωνεύονται λ.χ. τα τμήματα ξένων φιλολογιών, με μακρά ιστορία, σαν να είναι τμήματα φροντιστηρίου εκμάθησης γλωσσών, και όχι πανεπιστημιακά τμήματα μελέτης πολιτισμών. Συγχωνεύεται το μοναδικό εν Ελλάδι τμήμα εργοθεραπείας ΤΕΙ με το εντελώς άσχετο τμήμα φυσικοθεραπείας. Καταργείται το μοναδικό τμήμα για λαϊκή και παραδοσιακή μουσική στο ΤΕΙ Αρτας, φυτώριο σπουδαίων εκτελεστών και δασκάλων και τροφοδότης του ζώντος πολιτισμού. Είναι πολλά τα παραδείγματα αστοχιών, ενίοτε μοιραίων για ολόκληρους γνωστικούς κλάδους.
Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει χρόνο για την ομαλή ολοκλήρωση του σχεδίου. Ας γίνει σε δύο στάδια. Ας μην περιλάβει όλες τις αλλαγές φέτος στο μηχανογραφικό. Να δοθεί χρόνος πρασαρμογής στους χιλιάδες φοιτητές που θα υποστούν την οικονομική αιμορραγία των μετακομίσεων. Να δοθεί χρόνος στην Παιδεία.

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Αυτή είναι η ζωή σου


Ένα βιντεάκι για τη ζωή και το πώς μπορούμε να την τρέξουμε...με όρους υπολογιστή -κοινώς να τη ζήσουμε- και δεύτερο να τρέξουμε μαζί της, για να μην τρέχουμε να την προλάβουμε στη συνέχεια...
Συγχαρητήρια στο μαθητή του σχολείου μας...