Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Και ένας καταπληκτικός ήχος...

Διονύσιος Σολωμός


http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=7359&tsz=0&act=mMainView
Όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης. Ας μην το παραβλέψουμε, λοιπόν!


Μανόλης Αναγνωστάκης

Ὅταν μιὰν ἄνοιξη

Ὅταν μιὰν ἄνοιξη χαμογελάσει
θὰ ντυθεῖς μία καινούργια φορεσιὰ
καὶ θὰ ῾ρθεῖς νὰ σφίξεις τὰ χέρια μου
παλιέ μου φίλε
Κι ἴσως κανεὶς δὲ σὲ προσμένει νὰ γυρίσεις
μὰ ἐγὼ νιώθω τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς σου
κι ἕνα ἄνθος φυτρωμένο στὴν ὥριμη,
πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τὴ νύχτα, σφυρίζοντας,
ἢ ἕνα πλοῖο, μακρινὸ κι ἀπροσδόκητο
θὰ σὲ φέρει μαζὶ μὲ  τὴ νιότη μας
καὶ τὰ ὄνειρά μας
Κι ἴσως τίποτα, ἀλήθεια, δὲν ξέχασες
μὰ ὁ γυρισμὸς πάντα ἀξίζει περσότερο
ἀπὸ κάθε μου ἀγάπη κι ἀγάπη σου
παλιέ μου φίλε

Και κάτι πολύ γλυκό...

Άξιον Εστί, Οδυσσέας Ελύτης



Tου ΣεληνιαζόμενουΚαρέλλη Ζωή

Aκέραια, λαμπρότατη, πλησιφαής!
Mαίνεται η αγάπη, μες στη σφοδρή ψυχή μου,
που η όψη σου κρατάει προσηλωμένη,
ενώ σφαδάζει το βίαιο σώμα μου.
Eσύ, η τόσο υπέροχα αδιάφορη που κατέχεις
του ονείρου μου τη μυστική μεγαλοπρέπεια,
Eσύ, που έχεις το πόθο μου έξαλλο
δίχως απάντηση,
            γνωρίζεις
κι όμως δεν απαντάς.
            Eσύ που μ' αφήνεις,
ενώ τόσο με κρατάς δεμένον
στην γοητεία σου.
Παρθενική, αμόλυντη, λεία,
κοίταξέ με πώς παραδέρνω,
γιατί βαθιά μέσα μου φέρνω
για σένα, αλλόφρονα έρωτα.
Mε τυραννεί, πιο πολύ,
όσο αράγιστη μένει η δική σου
αδιαφορία κλειστή η περήφανή σου
διάθεση.
            Ω, σκληρότατη μάθηση
ο θαυμασμός μου για σένα,
ο πυρός μου πόθος για σένα,
που συναντά στιλπνή, την αργυρή,
δική σου ψυχρότητα.
            Mη μ' αφήνεις να παιδεύομαι.

Zητώ να σε προφτάσω και συ
γνωρίζεις τη διαφορά σου απρόσιτη.
Aνέφικτη, πώς να φύγω απ' το φως σου,
απ' τη δική σου φανταστική παρουσία
πώς ν' αποσπαστώ;
            Zητώ καθώς παραδέρνω,
να γνωρίσω διπλό, εκείνον τον έρωτα
που μονάχος μου φέρνω.

(από τα Ποιήματα, Eρμής 1996) 

Η ελεγεία των αδερφών, Γ.Φ. Βαφόπουλος


Όταν βγαίνω το βράδυ στο ξάγναντο τούτο,
να προσμένω τ' αδέρφια μου νάρθουν που φύγαν,
των βημάτων σου ακούω το περπάτημα
στο ρυθμό των δικών μου βημάτων
Γεννήθηκε το 1903 στη Γευγελή της τότε Γιουγκοσλαβίας. Μαθήτευσε στην Αστική Σχολή Γευγελής. Μετά το τέλος του Β' Βαλκανικού Πολέμου η οικογένεια Βαφόπουλου εκπατρίστηκε και ο ποιητής έζησε στην Έδεσσα, το Φανό, τη Γουμένισσα και τελικά στη Θεσσαλονίκη, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο (1917-1924). Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1921 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στα περιοδικά «Σφαίρα» (Γυναίκα) και «Νουμάς» (Ελεγείο στους αδικοσκοτωμένους). Το 1923 επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, γράφτηκε στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως αντιγραφέας στη Μεγάλη Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσης του Γ. Χατζιδάκη. Επέστρεψε τη Θεσσαλονίκη λόγω προβλημάτων υγείας και το 1924 ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Μακεδονικά Γράμματα», από κοινού με τον Κ. Κόκκινο. Τότε γνωρίστηκε με την μετέπειτα (1931) σύζυγό του και επίσης ποιήτρια Ανθούλα Σταθοπούλου (που πέθανε το 1935). Το 1938 ίδρυσε τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (την οποία διηύθυνε ως το 1963). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής αποσπάστηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας, όπου γνωρίστηκε με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, τον Γιώργο Θέμελη (με τους οποίους συνδέθηκε στενά), τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, τον Καίσαρα Εμμανουήλ, το Στέλιο Ξεφλούδα, τον Τάσο Αθανασιάδη, τον Τέλλο Άγρα, και άλλους λογοτέχνες. Το 1983 με δωρεά του ποιητή και της Αναστασίας (δεύτερης συζύγου του) ιδρύθηκε το Βαφοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. Πέθανε το 1996 στη Θεσσαλονίκη.

Είναι υποστηρικτής του μοντερνισμού και η ποίηση του διακρίνεται από τον ελεύθερο στίχο, το καθημερινό λεξιλόγιο, την ακανόνιστη στίξη, την πολυσημία, τους προβληματικούς τίτλους, που δεν προσδίδουν αμέσως το περιεχόμενο του ποιήματος, και από τη δραματικότητα. Όλα αυτά βεβαία ήταν εντελώς αντίθετα από τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ποίησης.

Τα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού φαίνονται και στο ποίημα του «Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΡΦΩΝ».
Στο ποίημα δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία, το λεξιλόγιο είναι απλό και κατανοητό με πολλές ωστόσο απρόσμενες και λίγο δυσνόητες συνδέσεις λέξεων καθώς και λίγες μεταφορές και παρομοιώσεις. Και αυτό το ποίημα έχει δραματικό τόνο αφού αναφέρεται στον πόνο που νιώθει ο ποιητής από την απώλεια των ανθρώπινων ζωών κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Ο ποιητής λέγοντας αδελφούς εννοεί τους συνανθρώπους του και φίλους του που χάθηκαν σε αυτό το πόλεμο και νιώθει αρκετά έντονα την απουσία τους.
Στις 2 πρώτες στροφές του ποιήματος επικρατεί το α’ και το β' ενικό πρόσωπο, κάνοντας ένα μονότονο διάλογο με τον Θεό, πιστεύοντας πως θα χαλαρώσει και θα αποκτήσει τη δύναμη να βγει από το δράμα στο όποιο ζει. Στη 3η στροφή θα μπορούσαμε να πούμε ότι δείχνει σχεδόν σίγουρος ότι στο πρόσωπο του Θεού βρήκε την δύναμη και την υποστήριξη που αποζητούσε αφού τον παρομοιάζει με τη στέγη που σκεπάζει το σπίτι του και τη φωτιά που πηγάζει από το τζάκι. Όμως στη τελευταία στροφή του ποιήματος χρησιμοποιώντας μια εμφανή αντίθεση συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν είναι ικανό για να καλύψει το κενό που του δημιούργησε η απώλεια των 'αδελφών' του.
Από το μαθητή Αχιλλέα Τρ.


Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει


Μετά από μια περιήγηση στο ελληνικό τοπίο με αφορμή μια εκπαιδευτική εκδρομή είμαι στη δυσάρεστη θέση να καταθέσω ότι οι κάτοικοι της χώρας αυτής ασθενούμε και έχουμε ανάγκη ίασης και ολικής αναθεώρησης των αρχών και των ηθών μας. Διαπίστωσα για άλλη μια φορά ότι πάσχουμε από ένα απίστευτο σύνδρομο εγωκεντρικής ανωτερότητας, καθώς έχουμε την εντύπωση ότι μόνο εμείς υπάρχουμε και κανείς άλλος σ΄αυτόν τον κόσμο. Τι δυσάρεστο συναίσθημα, πόσο έχουμε χάσει το μέτρο και τη σύνεση, αν τα είχαμε ποτέ...
Γιατί ο καθένας μας θεωρεί ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, γιατί τόποι ευλογημένοι από το Θεό και τη φύση κατοικούνται από άναρχους και αδιάφορους κοινωνικά ανθρώπους; Γιατί πρέπει να αποδείξω στο διπλανό μου ότι μπορώ να τον καταπατήσω και να το θεωρήσω απόλυτα φυσιολογικό; Γιατί πρέπει να πιστεύω ότι μόνο εγώ έχω δίκιο; Γιατί πρέπει να έχω μάτια και αυτιά κλειστά και να είμαι πεπεισμένος ότι όλοι μου χρωστάνε και οφείλουνε να με αποδέχονται; Γιατί δε με ενοχλεί να έχω τον τόπο μου και το περιβάλλον μου γεμάτα σκουπίδια αλλά θέλω το σπίτι μου και το αυτοκίνητο καθαρά;
Γιατί; Πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε την ανατροπή; Με το φευγιό; Με την εγκατάλειψη; Με την καταπάτηση των στοιχειωδών άγραφων και γραπτών νόμων; Πώς;
 Απορίες αναπάντητες που μου φέρνουν μονάχα θλίψη...και αγωνία!

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Δώστε προσοχή στα σχόλια!


Από τη μαθήτρια Ανδρεάδη Ε.      
«Ανυπόταχτη Πολιτεία»
Γιάννης Ρίτσος
Η «ανυπόταχτη πολιτεία» γράφτηκε από τον Αύγουστο του 1952 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1953, όταν ο Γιάννης Ρίτσος επέστρεφε από τον Αϊ Στράτη όπου είχε εξοριστεί. Ο ποιητής γυρνώντας πίσω αντικρίζει μία Αθήνα διαφορετική απ’ όταν την άφησε. Η πολιτεία, καθόλου ανυπόταχτη πλέον, συνεχίζει την ζωή της μέσα στις καινούριες συνθήκες όπου λίγα πράγματα θυμίζουν τους αγώνες και δικαιώνουν τις θυσίες των προηγούμενων χρόνων. Είναι όμως ακόμη η Αθήνα των τίμιων δουλευτών, με τις φουφούδες να εξακολουθούν να ψήνουν καλαμπόκι στο δρόμο και την επαναστατική της δύναμη ενεργή αν και κρυμμένη ανάμεσα στη φτώχεια και την δυστυχία. Οι οικονομικά ισχυροί εκμεταλλεύονται τους αδύναμους κάτι που προκαλεί την οργή των πολιτών, αν και φαινομενικά δεν αντιδρούν. Αυτή είναι και η διαφορά ανάμεσα στην πολιτεία του σήμερα και του χθες.
Ο ποιητής οργίζεται με τους συμβιβασμένους και τους βολεμένους, αυτούς που ξαφνικά ξέχασαν όλους τους αγώνες και προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα, αυτούς που επέτρεψαν την ξενοκρατία να ριζωθεί βαθιά μέσα στην πολιτεία. Παρόλα αυτά παραμένει αισιόδοξος. Παρά την δυστυχία που επικρατεί, ακούγεται ακόμη το τρίξιμο μιας πόρτας που θα ανοίξει σε καλύτερες μέρες ενώ ένα κορίτσι βρίσκει τη δύναμη και  χαμογελάει στους εργάτες που περνούν στους δρόμους.
Ο ποιητής αναρωτιέται αν υπάρχει άλλη πολιτεία πιο ασκημένη στο θυμό, τον έρωτα και στην πείνα και την ρωτάει πότε επιτέλους θα διαβάζουν τις πινακίδες της στα ελληνικά. Δεν κρύβεται, αλλά τους κατηγορεί όλους για την κατάσταση της Αθήνας και τους καλεί να βοηθήσουν την πόρτα που τρίζει να ανοίξει για να ανατείλει ένας καλύτερος και φωτεινότερος κόσμος.
ΔΟΜΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Το ποίημα δε μπορεί να χωριστεί σε ενότητες και να αντιμετωπιστεί παραδοσιακά, γιατί δεν παρακολουθούμε μία ιστορία να εξελίσσεται αλλά διαφορετικές απόψεις που μπλέκονται μεταξύ τους ώστε να μπορέσει ο ποιητής να εκφράσει αυτά που σκέφτεται.
Όσον αφορά στη δομή του ποιήματος παρατηρείται κάποια χαλαρότητα ενώ στην έκφραση ποικιλία εκφραστικών μέσων τα οποία εξυπηρετούν το τελικό αποτέλεσμα. Στο ποίημα υπάρχουν πλήθος εκφραστικών μέσων όπως μεταφορές, παρομοιώσεις, εικόνες, προσωποποιήσεις Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής είναι προσεγμένη δημοτική, χωρίς δύσκολες εκφράσεις και ιδιωματισμούς, κάτι που κάνει το ποίημα κατανοητό. Επιπλέον, το ύφος είναι λυρικό, παραστατικό αλλά και ειρωνικό στα σημεία όπου αναφέρεται στους βολεμένους και συμβιβασμένους ανθρώπους.
Ο στίχος είναι ελεύθερος και δεν υπάρχει ούτε συγκεκριμένος αριθμός συλλαβών, ούτε ομοιοκαταληξία.
Ρεύματα
Αν θέλαμε να εντάξουμε κάπου τα ποιήματα του Ρίτσου, τότε θα τα εντάσσαμε στην Νεότερη ποίηση. Ο Ρίτσος ανήκει στο λογοτεχνικό ρεύμα του συμβολισμού και του υπερρεαλισμού. Χαρακτηριστικό του Συμβολισμού είναι ότι τα πράγματα είναι σύμβολα ψυχικών καταστάσεων. Στην «ανυπόταχτη πολιτεία» βλέπουμε πως η πόρτα που τρίζει και πρέπει να ανοίξει, είναι σύμβολο μιας καινούριας αρχής και ενός καλύτερου αύριο για τους πολίτες. Η θλίψη του ποιητή μεταφέρεται σε εμάς μέσω των εικόνων που αντικρίζει γύρω του. Από την άλλη, χαρακτηριστικό του υπερρεαλισμού είναι ότι ο ποιητής δεν γράφει το ποίημα με κάποια συγκεκριμένη μορφή, κάτι που φαίνεται και στο ποίημα του Ρίτσου όπου η γραφή είναι αυτόματη. Επίσης, στην «Ανυπόταχτη πολιτεία» παρατηρείται απόλυτη ελευθερία στο λεξιλόγιο και στην στιχουργική το οποίο είναι και αυτό βασικό χαρακτηριστικό του υπερρεαλισμού.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΙΗΤΗ
Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασιά 1 Μαΐου 1909 - Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν Έλληνας ποιητής. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν το έργο του.
Το 1921 άρχισε να συνεργάζεται με τη «Διάπλαση των Παίδων». Συνεισέφερε επίσης ποιήματα στο φιλολογικό παράρτημα της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» του Πυρσού. Το 1934 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τρακτέρ», ενώ ξεκίνησε να δημοσιεύει στο «Ριζοσπάστη» τη στήλη «Γράμματα για το Μέτωπο». Την ίδια χρονιά γίνεται μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του.
Το 1935 κυκλοφορούν οι «Πυραμίδες», το 1936 ο «Επιτάφιος» και το 1937 «Το τραγούδι της αδελφής μου». Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1948-1952 εξορίστηκε σε διάφορα νησιά. Συγκεκριμένα συλλαμβάνεται τον Ιούλιο του 1948 και εξορίζεται στη Λήμνο, κατόπιν στη Μακρόνησο (Μάης 1949) και το 1950 στον Άι Στράτη. Μετά την απελευθέρωσή του τον Αύγουστο του 1952 έρχεται στην Αθήνα και προσχωρεί στην ΕΔΑ.
 Το 1954 παντρεύεται με την παιδίατρο Γαρυφαλλιά  Γεωργιάδη κι ένα χρόνο αργότερα γεννιέται η  κόρη τους Ελευθερία. Το 1956, τον ίδιο χρόνο δηλαδή, τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος».
Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νομπέλ. Το 1975 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1977 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν.
Χαρακτηριστικά ποίησης
Η ποίηση του Ρίτσου διακρίνεται για το πηγαίο αίσθημα, την άνεση και το πλάτος του λυρικού λόγου της και την τεχνοτροπική της πολυμορφία. Ο Ρίτσος αντλεί την έμπνευση και τα θέματα του από την παιδική και την εφηβική του ηλικία, από την παράδοση και από τους κοινωνικούς αγώνες.

Σχόλια
Διαβάζοντας το ποίημα, ταυτίστηκα με τον Ρίτσο και μπόρεσα να κατανοήσω το θυμό του. Η Αθήνα, αυτή η πόλη που πολέμησε τόσο σκληρά να διώξει του Γερμανούς,  ξέχασε όλους τους αγώνες και βολεύτηκε σε μία κατάσταση. Ο Ρίτσος όντας αγωνιστής δε μπορεί να το δεχτεί αυτό. Γυρνώντας πίσω περίμενε να αντικρύσει μία νέα, ελεύθερη Αθήνα. Βλέποντας όμως ότι οι  Γερμανικές πινακίδες στους δρόμους και στα μαγαζιά αντικαταστάθηκαν με Αμερικάνικες και όχι με ελληνικές, είναι λογικό να θλίβεται γιατί φαίνεται ότι οι αγώνες των ανθρώπων πήγαν χαμένοι.
Το ποίημα του Ρίτσου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει και την σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Η Αθήνα του Ρίτσου, μοιάζει εντυπωσιακά με την Αθήνα του σήμερα αφού η φτώχεια και η οργή των αδύναμων για την εκμετάλλευση τους από τους ισχυρούς κυριαρχούν. Όμως, οι σημερινοί έλληνες μοιάζουν να έχουν ξεχάσει τους αγώνες των προγόνων τους και στέκονται ανίκανοι να κάνουν κάτι για να προστατέψουν τον πολιτισμό τους και να διαφυλάξουν τις παραδόσεις και τις αξίες τους. Οι ταμπέλες εξακολουθούν να είναι γραμμένες στα Αμερικάνικα αλλά οι ξένοι έχουν εισχωρήσει ακόμη βαθύτερα, λαμβάνοντας ουσιαστικά αυτοί τις αποφάσεις για την διοίκηση της χώρας. Από την άλλη, πολλοί έλληνες οι οποίοι στο παρελθόν ήταν μεγάλοι αγωνιστές και υπόσχονταν ένα καλύτερο αύριο, είναι αυτοί που σήμερα κερδοσκοπούν από αυτήν την κατάσταση ενώ θα μπορούσαν να ηγηθούν του αγώνα και να εκπληρώσουν την υπόσχεση που έδωσαν μερικά χρόνια πριν.
Παρόλα αυτά ο Ρίτσος βλέπει ότι η επαναστατική δύναμη των πολιτών δεν έχει σβήσει αλλά βρίσκεται καλά κρυμμένη, έτοιμη να αναζωπυρωθεί  και να διεκδικήσει ένα καλύτερο αύριο. Γι’αυτό είναι και αισιόδοξος για το μέλλον και μαζί με αυτόν είμαι και εγώ αισιόδοξη ότι κάποια στιγμή όλοι οι Έλληνες θα ανοίξουμε την πόρτα που τρίζει και θα ζήσουμε τη ζωή που μας αξίζει.


Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Η μουσική της ημέρας

Η τρελή ροδιά


Από το μαθητή Ν. Τσέλιο
Η τρελή ροδιά 

Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

Oταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που βάζει ανύποπτη μες τα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονοματά τους - πέστε μου
είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συνεφιά του κόσμου;

Στη μέρα που απ' τη ζήλεια της στολίζεται μ' εφτά λογιώ φτερά
ζώνοντας τον αιώνιο ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
εκτυφλωτικά, πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
που αρπάει μια χαίτη μ' εκατό βιτσιές στο τρέξιμο της
ποτέ θλιμένη και ποτέ γκρινιάρα - πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
που ξεφωνίζει την καινούργια ελπίδα που ανατέλλει;

Πέστε μου είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει τα μάκρη
τινάζοντας ένα μαντήλι φύλλα από δροσερή φωτιά,
μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια,
με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
σ' αμύριστες ακρογιαλιές - πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά
που τρίζει τάρμενα ψηλά στο διάφανο αιθέρα;

Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι' εορτάζει
αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια - πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;

Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου,
πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει,
τινάζοντας απ' τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της,
ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά,
πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων,
στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;

Χαρακτηριστικό της ποίησης του Ελύτη είναι ο υπερρεαλισμός. Πρόκειται για λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό και κοινωνικό-πολιτικό κίνημα που γεννήθηκε στη Γαλλία το 1924 με ιδρυτή τον Αντρέ Μπρετόν, που έγραψε και το μανιφέστο του. Οι οπαδοί του, οι υπερρεαλιστές (ή σουρεαλιστές) ήταν επηρεασμένοι από την πολιτικο-κοινωνικο-οικονομική θεωρία του μαρξισμού και φιλοδοξούσαν να αλλάξουν τον κόσμο. Με την επίδραση, επίσης, της ψυχανάλυσης του Φρόιντ επιχείρησαν να αναδείξουν τον κόσμο του ονείρου και να απελευθερώσουν τη φαντασία, χρησιμοποιώντας ως μέσα την ύπνωση και την αυτόματη γραφή, που άφηνε το μηχανισμό της τύχης να προσδιορίσει τη μορφή και το περιεχόμενο του λογοτεχνικού κειμένου. Το ποίημα γραφόταν χωρίς προκαθορισμένο στόχο και χωρίς να υπακούει σε κανόνες της λογικής, με στόχο να αναδειχτεί ο κόσμος του υποσυνειδήτου, «οι σκοτεινοί θάλαμοι της ψυχής».

Τα υπερρεαλιστικά στοιχεία του ποιήματος
Ο Ελύτης αντλεί από τον υπερρεαλισμό τη μαγεία των λέξεων, τη μεταφορική χρήση τους και την άλογη σύνδεσή τους, την έμφαση στις αισθήσεις. Από μορφική άποψη δανείζεται την αστιξία: είναι χαρακτηριστικό ότι στο ποίημα χρησιμοποιείται μόνο το ερωτηματικό, που προαναγγέλλεται άλλωστε στον υπότιτλο. Τι δεν οφείλει στον υπερρεαλισμό; Τη λογική συγκρότηση, τη σφιχτοδεμένη αρμονική μορφή.

Ελληνικός υπερρεαλισμός
Στην Ελλάδα ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού είναι ο Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975), που έκανε την πρώτη εμφάνισή του με τη συλλογή Υψικάμινος (1935). Με τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985) Μην ομιλείτε εις τον Οδηγόν, που δημοσιεύτηκε το 1938, προκαλείται σημαντική αντίδραση στον υπερρεαλισμό. Αντίθετα, έγινε δεκτή με ευμένεια η υπερρεαλιστική ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη Προσανατολισμοί (1940) καθώς και Ήλιος ο πρώτος (1943), με τις οποίες ο ποιητής είχε μυηθεί στο νέο επαναστατικό κίνημα. Ωστόσο ο Οδυσσέας Ελύτης δεν θεωρείται γνήσιος υπερρεαλιστής, ούτε και ο ίδιος δεχόταν αυτό τον τίτλο, όπως φαίνεται από τα Ανοιχτά Χαρτιά. Στις κατοπινές συνθέσεις του, ιδιαίτερα τις μεγάλες, υπάρχει αυστηρή δομή και πειθαρχημένος λόγος, που δεν αποτελούν γνωρίσματα του υπερρεαλισμού.

Το ποίημα
Το ποίημα αυτό θεωρείται το ωριμότερο της συλλογής Προσανατολισμοί. Όλο το ποίημα βασίζεται σ' ένα λυρικό ερωτηματικό που επανέρχεται σε όλο το ποίημα σα μουσικό μοτίβο και δένει μεταξύ τους λαμπρές συστοιχίες εικόνων (Καραντώνης). Με το σύμβολο της ροδιάς ο ποιητής εκφράζει μέσα από μεθυστικές εικόνες που απεικονίζουν τη γέννηση μιας μέρας το πάθος του για την ομορφιά της ζωής και τον έρωτα. Αναφέρεται στο Αιγαίο, το οποίο τόσο αγαπάει. Όλες οι εικόνες προέρχονται από εκεί, οι κάτασπρες αυλές και οι θολωτές καμάρες είναι χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής των νησιών του Αιγαίου.

Η τρελή ροδιά
Η τρελή ροδιά αποτελεί ένα ποιητικό σύμβολο της γονιμότητας και της εύθραυστης ομορφιάς. Συμβολίζει τη ζωή που δίνει κίνηση και ενέργεια σ' όλα όσα υπάρχουν γύρω μας. Η τρελή ροδιά ζωντανεύει και εμψυχώνει τα πάντα. Μεταμορφώνει τα πράγματα σε ζωογόνους οργανισμούς. Φέρνει τη χαρά και την ευτυχία και γεμίζει το είναι του ανθρώπου. Ο Ελύτης ως φυσιολάτρης, πάνω απ' όλα αγαπάει την Ελλάδα. Η Ελλάδα του μιλάει και η τρελή ροδιά πιθανόν να την προσωποποιεί. Πιο επίκαιρο από ποτέ το ποίημα κάνει λόγο για την ελπίδα της αλλαγής, της μετάβασης από μία ζωή σε άλλη, του περάσματος σε μία καλύτερη ζωή.

Το μότο
Ο ποιητής έχει δώσει στο ποίημα ένα μότο:
"πρωινό ερωτηματικό
κέφι a pleine haleine"

Το μότο αυτό ταιριάζει απόλυτα με το περιεχόμενο και τον τόνο του ποιήματος. Το ποίημα είναι πραγματικά γεμάτο κέφι, χαρά και αισιόδοξη διάθεση που αντλείται από το θαύμα της ζωής. Με μια ανάσα ξεκινάει η ημέρα. Είναι βέβαια και ερωτηματικό γιατί ο ποιητής εκφράζει σε κάθε στροφή την απορία του και το θαυμασμό του για το θαύμα που βλέπει να γίνεται στη φύση από την επενέργεια της τρελής ροδιάς. Τέλος είναι γραμμένο σ' ένα γρήγορο ρυθμό ώστε σου κόβεται η ανάσα καθώς το διαβάζεις και καθώς περνάς από το ένα σκηνικό στο άλλο με την εναλλαγή των εικόνων.

Η δομή
Το ποίημα έχει σφιχτοδεμένη δομή: αποτελείται από έξι στροφές Χ έξι στίχους (σύνολο 36). Οι στροφές δένονται μεταξύ τους με τον στίχο-μοτίβο «πέστε μου είναι η τρελή ροδιά» που επαναλαμβάνεται έντεκα φορές (στ. 2, 4, 9, 11-12, 15, 17, 19, 23, 26, 29, 35-36). Ο ποιητής με τη ρητορική ερώτησή του (το πρωινό ερωτηματικό) απευθύνεται απρόσωπα σε όλους όσους τον ακούν ζητώντας τη συγκατάθεσή τους.

Ο συμβολισμός
Μέσα από μια σειρά μετωνυμίες («καρποφόρο γέλιο», «ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά» κ.ά.), στις οποίες εναλλάσσονται οι φυσικές και ανθρώπινες ιδιότητες, δημιουργεί ο ποιητής μια γόνιμη αμφισημία: την κόρη/ροδιά, στην οποία έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες, όπως ότι συμβολίζει την ποίηση (ποιητική ευεξία) που μεταμορφώνει τον κόσμο , «το μυστικό ρεύμα της ζωής» που καρπίζει κι ανανεώνει τα πάντα, την ψυχική μέθη του ποιητή μπροστά στο πανόραμα ενός ονειρικού κόσμου, μια αναδίπλωση στον κόσμο των αισθήσεων και τον κόσμο μέσα μας κτλ..

Εικονοποιία
Πρώτη στροφή: απεικονίζεται ένα καλοκαιρινό αιγαιοπελαγίτικο τοπίο που μόλις αντικρίζει το φως μιας καινούριας μέρας. Η προσωποποιημένη ροδιά, με την κάτασπρη φυλλωσιά της και το ρόδινο χρώμα του καρπού της συνδυάζεται στη φαντασία του ποιητή με τα ρόδινα χρώματα της αυγής. Η τρελή ροδιά που τη φυσάει ο άνεμος σκορπίζει σε όλη τη φύση ευφρόσυνη πρωινή διάθεση.

Δεύτερη στροφή: Μαζί με τη μέρα, ξυπνούν και οι κάμποι, ενώ τα κορίτσια κοιμούνται κι ονειρεύονται πως ολόγυμνα θερίζουν τα τριφύλια (βοτάνια της αγάπης). Κι η τρελή ροδιά, που εκπροσωπεί εδώ την ερωτική διάθεση, γεμίζει τα πανέρια τους με φώς και μεταμορφώνει τα ονόματά τους σε κελαηδισμούς, αντιμάχεται τη «συννεφιά» της ζωής και του κόσμου με τον αισθησιασμό της.

Τρίτη στροφή: Η τρελή ροδιά «καλπάζοντας» ξέφρενα γεμίζει με ελπίδα και αισιοδοξία την όμορφη μέρα που ξημερώνει, καθώς ο ήλιος ετοιμάζεται να ανατείλει δημιουργώντας στον ορίζοντα χιλιάδες ιριδισμούς.

Τέταρτη στροφή: Η τρελή ροδιά επενεργεί στην «εγκυμονούσα» θάλασσα και στα καράβια που φεύγουν για μακρινές ακρογιαλιές, χαιρετώντας τα από μακριά, ανάβοντας «φωτιά» στο βάθος του ορίζοντα.

Πέμπτη στροφή: Απλώνει το φως της σε όλο τον ουρανό και τον πλημμυρίζει με χρώματα και χαρούμενους ήχους εμφυσώντας ερωτική ορμή.

Έκτη στροφή: Η τρελή ροδιά κορυφώνοντας την αισθησιακή επενέργειά της στην ανοιξιάτικη και καλοκαιρινή φύση, εμποτίζει τα πάντα με ένα βαθύ αίσθημα ευφορίας, διαλύει τα μαύρα σκοτάδια της ζωής, μεταμορφώνοντάς τα με τη νιότη, τη δροσιά και το ερωτικό της σφρίγος.

Μεταφορές:
Κάποιες μεταφορές που συναντάμε στο ποίημα είναι οι εξής:
α) Καρποφόρο γέλιο,
β) σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο,
γ) ρίγος θριάμβου,
δ) βάζει μες στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα,
ε) ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους,
στ) μάχεται τη συννεφιά του κόσμου,
ζ) αρπάει μια χαίτη μ' εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της,
η) ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει.

Προσωποποιήσεις:
Ακόμη, υπάρχουν πολλές προσωποποιήσεις:
α) Η θάλασσα είναι ετοιμόγεννη,
β) η μέρα έχει τραχηλιά πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια,
γ) η πρωταπριλιά φοράει μεσοφούστανα,
δ) τα πράγματα και τα όνειρα παρουσιάζονται να βγάζουν φτερά από το στήθος τους.

Οδυσσέας Ελύτης
Είναι το φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη. Γεννήθηκε το 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης και καταγόταν από οικογένεια βιομηχάνων από τη Λέσβο. Το 1914 μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το 1935 συνδέθηκε στενά με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό Νέα Γράμματα. Το 1940-1941 επιστρατεύτηκε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού και πήγε στο μέτωπο της Αλβανίας. Απόρροια της ψυχικής έντασης που του προκάλεσε η εμπειρία αυτή ήταν οι ποιητικές συνθέσεις Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (1945) και Το Άξιον Εστί (1959), που του χάρισε το Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης (1960). Από το 1948 ως το 1951 έζησε στην Ευρώπη, κυρίως στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με σημαντικούς ποιητές και καλλιτέχνες (Μπρετόν, Ελυάρ, Πικάσσο, Καμύ κ.ά.). Το 1979 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας της Σουηδικής Ακαδημίας. Πέθανε στην Αθήνα το Μάρτιο του 1996.

Τα γνωρίσματα της ποίησής του
Από τις πρώτες ποιητικές συλλογές του, η ποίηση του Ελύτη εκπέμπει φως και αισιοδοξία. Κάθε ποίημά του αποτελείται ηχηρές λέξεις και λυρικές εικόνες. Εντυπωσιάζουν οι πρωτότυπες μεταφορές του, η βαθιά αρμονία κι η αυστηρή σφιχτοδεμένη μορφή. Με εφόδια από το ελληνικό παρελθόν τον Μακρυγιάννη και τον Παπαδιαμάντη και επηρεασμένος από τη λαϊκή παράδοση και την τέχνη του Θεόφιλου και του Π. Ζωγράφου, ο Ελύτης δημιούργησε μια ποίηση ξεχωριστή, δροσερή, εφηβική, ανανεωτική και δυναμική. Οι στίχοι του αντανακλούν την ελληνική φύση, το Αιγαίο, τη μυθική και ιστορική ελληνική παράδοση, τη χαρά της ζωής και του έρωτα. Ο Ελύτης είναι ο ποιητής των αισθήσεων, του ήλιου, της θάλασσας, της λυρικής μαγείας.

Οι σημαντικότερες ποιητικές συλλογές του
Προσανατολισμοί (1940), Ήλιος ο Πρώτος (1943), Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (1945), Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό (1960), Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη τέταρτη ομορφιά (1971), Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971), Τα Ρω του Έρωτα (1972), Μαρία Νεφέλη (1978), Ο Μικρός Ναυτίλος (1985), Δυτικά της Λύπης (1995) κ.ά. Δημοσίευσε επίσης μελέτες και δοκίμια, όπως Ανοιχτά Χαρτιά (1974), Η μαγεία του Παπαδιαμάντη (1976), Εν λευκώ (1992) κ.ά.